24. ΑΦΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΙΚΙΣΜΟ ΕΞΑΡΧΟΣ
Γράφει ο Γεώργιος Νιούκας
Με το Γεώργιο Νιούκα συζήτησα πολλές φορές για την ιστορία του χωριού. Το ίδιο έκανα και με άλλους κατοίκους. Τα λόγια τους λιτά, αληθινά. Τα παρακάτω κείμενα μαγνητοφωνήθηκαν το καλοκαίρι του 2003.
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΠΟΥΡΙΝΟΣ ΤςΥΧΟΣ 3ο
Παιχνίδια στο καφενείο. Στο καφενείο παίζαμε κυρίως δύο παιχνίδια την ξερή και την ανοιχτή. Σήμερα η νεολαία είναι ψόφια για μπιρίμπα. Το κέρδος ήταν η βανίλια, το μπισκοτολούκουμο. Αλλά αυτό που μετρούσε περισσότερο ήταν η χαρά της νίκης.
Πανίδα. Στον Μπούρινο υπήρχαν πολλά όρνια. Τρέφονταν από τα πολλά ψοφίμια που υπήρχαν τότε. Τα ζώα πολλά, οι αρρώστιες πολλές, η αντιμετώπιση δύσκολη. Ακόμα ένα είδος πτηνών τα σταυράκια, μικρότερα από τα όρνια αφάνιζαν τις κότες, τους λαγούς και τα ξεμοναχιασμένα αρνιά. Τα ζώα τα τρυπούσαν, έτρωγαν τα συκώτια και μετά τα παρατούσαν. Το μήνα Αύγουστο πιάναμε πέρδικες. Τότε λόγω της ξηρασίας δεν υπήρχαν τροφές, τα χορτάρια καίγονταν. Η σύλληψη γινόταν ως εξής. Φτιάχναμε μία λακκούβα τετράγωνη. Μέσα εκεί τοποθετούσαμε σπόρους σιταριού και άχυρο. Πάνω από τη λακκούβα είχαμε μία τετράγωνη πέτρα η οποία στηρίζονταν σε διχάλα. Πριν τη λακκούβα σχηματίζαμε δρόμο με σπόρους κι άχυρο. Η πέρδικα πλησίαζε έφτανε στη λακκούβα, σκάλιζε, η διχάλα έπεφτε κι έτσι η πέρδικα φυλακιζόταν. Ένα άλλο είδος ζώων ήταν οι ασβοί. Έμοιαζαν με γουρουνόπουλα. Αυτά τρώγαν τα καλαμπόκια. Για να προφυλάξουν την παραγωγή οι Εξαρχιώτες άναβαν φωτιές σε στεγνές βουϊνιές, έτσι οι ασβοί δεν πλησίαζαν τα καλαμποκοχώραφα. Ακόμα ο τόπος ήταν γεμάτος με λύκους και αλεπούδες. Οι λύκοι παρουσιάζονταν τη νύχτα και χαλούσαν μέχρι πέντε πρόβατα. Τα περιστέρια ζούσαν σε γαλαρίες
Ράφτες. Ράφτης του χωριού ήταν ο Ιωάννης Ζαχαράκης κι ο Κωνσταντίνος Αργυρίου. Ερχόταν επίσης πολλοί Σαμαρινιώτες. Μεταξύ αυτών ήταν κι ο Ντίνας. Έραβε μάλλινα, παντελόνια, σακάκια, μάλλινα. Ερχόταν συνέχεια κι έραβε. Διατηρούσε και τυροκομείο στου Τάρλα το σπίτι. Επίσης ερχόταν κι ο Πάσχος Μανδραβέλης από το συνοικισμό Σαμαρινιωτών της Αιανής κι έραβε.
Σκορδάρης. Οι Σιατιστινοί αντάρτες ίσια με την ώρα τον πήρανε, έπαιρνε να σκοτιδιάσει. Τον πήγαν στον Αϊ-Θανάση, για να τον εκτελέσουν. Έκαναν τον τάφο. Λένε ότι έφυγε ξυπόλητος, βγήκε στη Δραβουτάνιστα κι από κει πήγε στην Κοζάνη.
Εικονοστάσι. Το εικονοστάσι πιο κάτω από την Αγία Παρασκευή το έχτισε ο Ιωάννης Μπούζμπας πατέρας του Χρίστου. Ήταν τσέλιγκας από τους μεγάλους. Είχε 250 πρόβατα. Μαντριά είχε δύο στο Λέκα και στον Κατσάνο. Τσοπάνο είχε από το Δίσλαπο (Δραγασιά) τον Κοσμά από τους Γακαίους παραπαίδι του Νάσιου του Γάκη.
Νερόμυλοι. Οι μύλοι που υπήρχαν στην περιοχή «μύλια», όριο μεταξύ Εξάρχου και Δαφνερού ήταν τέσσερις. Λειτουργούσαν με το ίδιο το νερό. Το νερό πήγαινε από τον ένα μύλο στον άλλο. Ο ένας ήταν βακούφκος των εκκλησιών Παλαιοκάστρου και Εξάρχου. Έβγαινε σε δημοπρασία και τον χτυπούσαν για 5-10 χρόνια. Ο μεσαίος ήταν σχολικός κι αυτός έβγαινε δημοπρασία. Ο τρίτος μύλος που σώζεται σήμερα ιδιοκτησίας Πέγιου δόθηκε προίκα στον Παναγιώτη Αποστόλου το έτος 1870 περίπου. Ο τέταρτος μύλος βρισκόταν απέναντι από το ρέμα. Ήταν ασβεστόκτιστος και ήταν ιδιοκτησίας του Μπέη που είχε έδρα το Δαφνερό. Ακόμα λειτουργούσε και πετρελαιοκίνητος μύλος στη Γουμαράδα του Ιωάννη Γκουτζιαμάνη. Όταν υπήρχαν αδέσμευτες ποσότητες νερού, ιδίως κατά την περίοδο του χειμώνα λειτουργούσε με τη δύναμη του νερού (νερόμυλος).
Δριστέλες –Μαϊντάνια. Στην ίδια περιοχή λειτουργούσαν δύο δριστέλες. Η μία ήταν του Βασιλείου Κεφάλα και ήταν στην περιοχή Παλιοκαρυάς. Η άλλη ήταν του Δημητρίου Αποστόλου του Παναγιώτη και ήταν λίγα μέτρα πιο κάτω από τον υπάρχοντα νερόμυλο. Στις δριστέλες επεξεργαζόταν τα μάλλινα, βελέντζες, κιλίμια, κάπες. Μαϊντάνια υπήρχαν περισσότερα. Εκεί γινόταν κατεργασία των αδήμιτων (μάλλινων) παντελονιών. Τέτοια είχαν οι Αργυράδες (Αργυρίου), Καρατσιούνας, Γάκης και άλλοι. Το συγκεκριμένο ρέμα φέρει την ονομασία Μαϊντανόλακκος.
Πόσιμο νερό. Πίναμε νερό από το λάκκο. Τις περισσότερες φορές πηγαίναμε στην τοποθεσία Τσιούρκα, πάνω από την προβάτα του Αθανασίου Μαχτσίρα, κοντά στο χωριό. Το νερό δεν ήταν καθαρό, γιατί μέσα στα λακκώματα υπήρχαν πολλά ψόφια ζώα. Ακόμα το νερό ερχόταν κι από τις πηγές του Αγίου Αθανασίου. Σ’ εκείνη την περιοχή λειτουργούσαν πρόχειρα τυροκομεία. Aποτέλεσμα τα λύματα να εισέρχονται στο ρέμα που υδρεύονταν οι κάτοικοι. Παρασκεύαζαν τυρί, μπάτζιο και ούρδα. Βρύσες είχαν κατασκευάσει στις αντίστοιχες πηγές ο Πέγιος (Πέι του πηγάδι) στον Τσιτσιμίλι ο Μπούζμπας και στο Ντιλμπάνο ο Γκουτζιαμάνης με πελεκητές πέτρες.
Φροντίδα για τα ζώα. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού κοιμόμασταν έξω από το χωριό, στη φύση. Μαζί μας παίρναμε τα ζώα, τα μουλάρια, τα γουμάρια. Πηγαίναμε εκεί που υπήρχε πλούσιο χορτάρι στην Τουρτουρίτσα, στο Λέκα, στα Κουριά. Τα δέναμε για να μην απομακρυνθούν και προξενήσουν διάφορες ζημίες. Σεβόμασταν την περιουσία, τα κτήματα των συγχωριανών. Το χωριό ήταν ομόφωνο. Ότι ήταν ο ένας ήταν και οι άλλοι. Για τη νυχτερινή μας απουσία οι γυναίκες δε διαμαρτύρονταν. Οι ίδιες τις νύχτες των καλοκαιριών κοιμόταν στις αυλές των σπιτιών. Το καλοκαίρι είχε κοριούς, ψύλλους. Μόλις σβήνανε οι λάμπες ορμούσαν στο εσωτερικό των σπιτιών. Γι’ αυτό κοιμόμασταν έξω στον ουβρό. Εκεί είχαμε και τα νεογέννητα στις σαρμάντσες.
Μεγάλα σπίτια. Μεγάλα σπίτια στο χωριό ήταν το Αποστολάθκο, του Μπούζμπα, το Ντιοντιάθκο (Γιώτα) και το Γκουτζιαμανάθκο. Ήταν σπίτια μεγαλοπρεπή διώροφα, με πολλά δωμάτια και μεγάλη σάλα.
Σχολείο. Εδώ που βρίσκεται το κοινοτικό γραφείο παλιά ήταν σπίτι βακούφκο. Εδώ μένανε οι γελαδαραίοι που προσλάμβαναν οι Εξαρχιώτες από τα διπλανά χωριά. Μετά χαλάστηκε και κτίστηκε το δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια το κοινοτικό γραφείο. Ένα άλλο στρωτό σπίτι ήταν κοντά στου Ζαχαράκη Π. που λειτουργούσε ως σχολείο.
Βακούφικη περιοχή. Ο Γκουτζιαμάνης όταν ήλθε από το μαχαλά αγόρασε την περιοχή κι έκτισε τα σπίτια τα Γκουτζιαμανάθκα. Μέρος του οικοπέδου πήρε κι ο Ζιώγας που κι αυτός έμεινε στο μαχαλά.
Εκκλησία του Αϊ-Νικόλα. Ήταν μεγάλη εκκλησία, ήταν στο βάθος. Είχε τα ίδια μέτρα με τη σημερινή. Είχε μια χοντρή ξύλινη πόρτα. Για τις γυναίκες είχε ξεχωριστή πόρτα. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με τοιχογραφίες. Το καμπαναριό ήταν μεγάλο. Ήταν χτισμένο με πελεκητές πέτρες. Εκτός από την καμπάνα είχε και σήμαντρο, ένα σανίδι μεγάλο. Χτυπούσε Τάγκα Τούγκα Ταραράμ το λέγαμε. Εσωτερικά ανέβαινες με σκάλα. Είχε παραθύρια ψηλά.
Αγία Παρασκευή. Είχε τα ίδια μετρήματα με τη σημερινή. Για να μπεις μέσα έσκυβες. Όταν κάναμε αγροτικές δουλειές και έπιανε νεροποντή τρέχαμε να προφυλαχτούμε στο εσωτερικό της.
Χορός. Χορεύαμε τις γιορτές. Κυρίως το χειμώνα. Το καλοκαίρι που αδειάζαμε!
-p1.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου