Κυριακή, 19 Δεκεμβρίου 2010

1.ΤΑ ΣΤΕΦΑΝΙΑ ΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΗΣ ΣΕΡΒΙΩΝ ΚΑΙ ΚΟΖΑΝΗΣ ΤΟ 1863


Τα στεφάνια της Επισκοπής Σερβίων και Κοζάνης[1]
 Βασίλη Αποστόλου
                Στα χρόνια της Τουρκοκρατίας οι υπόδουλοι Έλληνες πλήρωναν πολυποίκιλους φόρους που πολλές φορές ήταν ευρηματικοί. Μεταξύ αυτών ήταν ο κεφαλικός φόρος για τους άρρενες. Εξαιρούνταν οι γυναίκες, τα παιδιά και τα μειονεκτικά άτομα[2] Ο φόρος της δεκάτης επί των γεωργικών και κτηνοτροφικών προϊόντων. Ακόμη ο φόρος επί των υδρόμυλων ανάλογα με τους μήνες λειτουργίας, των οργανοπαικτών, επί των πωλουμένων ζώων. Συχνά για τις έκτακτες ανάγκες, όπως κατασκευή και επισκευή σχολείων, εκκλησιών επιβάλλονταν έρανοι επί των οικογενειών. Ένας τέτοιος ετήσιος έρανος επεβλήθη στις χριστιανικές οικογένειες κατ’ έτος για αρχιερατική και Πατριαρχική επιχορήγηση σύμφωνα με το παρακάτω κείμενο.
                 
Πράξις της επαρχίας Σερβίων και Κοζάνης επί της Αρχιερατικής επιχορηγήσεως κατά την επαρχίαν ταύτην.

                «Δι ης γίνεται δήλον, ότι ο σεβάσμιος ημών Κανονικός Αρχιερεύς Αγίου Σερβίων και Κοζάνης, εγκαίρως συνεκάλεσεν, εν ταις Πρωτευούσαις της αυτού επαρχίας, άπαντες τους υπό την Ιεράν δικαιοδοσίαν της αυτού Πανιερότητος χριστιανούς εκ πόλεων  κωμοπόλεων και χωρίων και ανέγνω εις επήκοον πάντων την προσκυνητήν Πατριαρχικήν και συνοδικήν επιστολήν ημερομηνίας Οκτωβρίου αωξβ΄ και έγνωμεν άπαντες πάσαν εκκλησιαστικήν επιτροπήν επί της Αρχιερατικής επιχορηγήσεως, κατά την επαρχίαν ταύτην, εκ γροσίων πεντήκοντα χιλιάδων μετά και του αναλόγου ποσού της Πατριαρχικής επιχορηγήσεως επί γροσίων δύο χιλιάδων, αρχομένης από της αης του ενεστώτος έτους αωξγ΄δι ου κοινωφελούς μέτρου αντικαθίστανται η κατάργησις του λοιπού των πρότερον λαμβανομένων κηρίων και τυχηρών Αρχιερατικών εισοδημάτων και τείνοντος δια την εύκλειαν και ευκοσμίαν και ησυχίαν του Ιερού  ημών κλήρου. Αναγνόντες και το αντίτυπον των κανονισμών κατά την κοινή αποφάσει έγκρισιν της τε Ιεράς Συνόδου και του εθνικού συμβουλίου, και την υψηλήν Αυτοκρατορικήν μετά προηγουμένην επικύρωσιν και δοκιμασίαν διαταγήν της ενεργείας και πραγματοποιήσεως, και πειθόμενοι προθύμως συνόδω τω εκκλησιαστικώ υπογραμμώ διωρήσωμεν πληρεξουσίους εις περιοδείαν, καθ’ άπασαν την επαρχίαν και καταγραφήν των στεφάνων, και μετά την καταγραφήν συνελθόντες αύθις εις την Πρωτεύουσαν Πόλιν της επαρχίας Κοζάνην, επί τη βάσει της καταγραφής των στεφάνων, παρά των αποσταλέντων κοινώς πληρεξουσίων Προεδρεύοντος και του Κανονικού ημών Αρχιερέως, εποιήσαμεν κατ’ αντιπροσωπείαν την αναλογίαν της διανομής της Αρχιερατικής επιχορηγήσεως μετά και της Πατριαρχικής συμποσουμένης εις Γρόσια πεντήκοντα δύο χιλιάδας. Εκάστη πόλει, κωμοπόλει και χωρίω της επαρχίας ταύτης ως έπεται αναλόγως εις των οικογενειών πληθύος».


χωριά
στεφά
νια

γρόσια
παρά
δες

 νέα ονομασία

Κοζάνη
1283
15949
11 ¾


Βαρόσι Σερβίων
 68
645
13


Ισνάφι Σερβίων
24
298
14


Ζευγαλ. Σερβίων
36
447
21


Γύφτοι Σερβίων
24
298
14


Βελβενδόν
534
6638
13 ¾


Καταφύγιον
356
4425
21


Σκούλιαρη
110
1367
17 ½
Αγία Κυριακή


ιανη
26
323
  8 ½
Πολύφυτο

Παλαιογράτσανον
76
944
31


Μοσκοχώριον[3]
109
1355
  5 ¼


Καστανιά
88
1093
38


Λαβανίτσα
51
633
37 ¾
Λάβα

Νεοχώριον
9
111
35 ¼


Άνω Ορτάκιον
18
223
30 ½
Πλατανόρευμα

Κάτω Ορτάκιον
19
236
7 ¾


Κράνικον
31
385
14 ¾
Κρανίδια

Τοήνθοηρα[4]
11
136
29 ¾


Γούλαις
29
360
20 ¼
Γούλαι

Αυλαίς
25
310
31 ¼
Αυλαί

Καλδάδες
23
285
36 ¾
Προσήλιον

Ράχωβον
41
509
27 ¼
Πολύρραχος

Δέλνον
51
633
39 ¼
Τριγωνικόν

Μεταξά
107
1330
  5 ¾
Μεταξάς

Μόκρον
69
897
30 ¼
Λιβαδερόν

Πάδες[5]
13
161
24 ¼
Βογγόπετρα

Μικρόβαλτον
47
584
10 ¾


Τρανόβαλτον
61
758
12 ¼


Λαζαράδες
29
360
20 ¼


Λουζιανή
60
745
35
Ελάτη

Νιζισκόν
30
372
37 ½
Φρούριον

Ζιντάνη
14
174
1 ½


Ρύμνιον
12
149
 7


Κάλλιανη
119
1479
12 ¾
Αιανή

Καισαργιά
77
957
  8 ¼


Πακσί
13
161
24 ¼
Κήπος

Κάτω Βάνιτσα
30
372
37 ½
Κάτω Κώμη

Άνω Βάνιτσα
61
758
12 ¼
Άνω Κώμη

Πύργος
25
310
31 ¼


Νισητσιλάρ
23
285
36
Κοντοβούνιον

Μαγούλα
12
149
  7


Γκόμπλιτσα
79
902
  2 ¾
Κρόκος

Σπούρτα
30
372
37 ½
Καρυδίτσα

Μηλοτίνη
25
310
31 ¼
Μηλιά

Κερασιά
25
310
31 ¼


Κτένιον
28
348
  3


Ραδοβίστιον
41
509
27 ¼
Ροδιανή

Βελίστι
68
845
13
Λευκοπηγή

Παρασκευή
30
372
37 ½
Αγία Παρασκευή

Πρωτοράζι
13
161
24 ¼
Πρωτοχώρι


Συνολικά καταγράφηκαν 4163 στεφάνια.[6] Για κάθε στεφάνι αναλογούσε δώδεκα γρόσια, δεκαεπτά παράδες και εν τέταρτον του παρά. Με την παραπάνω πράξη τα χωριά έπρεπε να συγκεντρώσουν το ποσό όπως φαίνεται στην κατάσταση και να το παραδώσουν στον Αρχιερέα της Επισκοπής. Μελετώντας τον πίνακα μπορούν να βγουν ποικίλα συμπεράσματα, όπως τις χριστιανικές οικογένειες που ζούσαν στα χωριά, την ονομασία των οικισμών, τη συρρίκνωση του χριστιανικού πληθυσμού της πόλης των Σερβίων.




[1] Αρχεία Ν. Κοζάνης ΑΒΕ 77/ΣΑΕ 11
[2] SURAIYA FAROQHI. Προσεγγίζοντας την Οθωμανική αυτοκρατορία. Μετάφραση Κώστας Ε. Καμπουρίδης. Προσφορά του βιβλίου από το συγγραφέα.
[3] Οι πλείστοι των κατοίκων εγκαταστάθηκαν στο Πλατανόρευμα.
[4] Πιθανόν ο οικισμός Τσίντζιρα, συνοικισμός των Κρανιδίων. Τα χωριά Ζδάνι, Μοσχοχώρι, Μαγούλα (συνοικισμός πλησίον της Άνω Κώμης), Νεοχώρι (πλησίον της Καστανιάς προς το Μοναστήρι του Αγ. Αντωνίου Σιάπκας), Πάδη εγκαταλείφθηκαν από τους κατοίκους και διαλύθηκαν. Ιωάννου Δημόπουλου. ΤΑ ΠΑΡΑ ΤΟΝ ΑΛΙΑΚΜΟΝΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΑ σελ. 15.
[5]  Έλλη Λαμπρέτσα, Εφημερίδα Γραμμή 13-6-2002. Το 1943 το χωριό εγκαταλείφθηκε από τους 102 (απογ.1940) κατοίκους της, όταν το χωριό πυρπολήθηκε από τους Γερμανούς.
[6] Χριστιανικές οικογένειες.










1. Η ΠΑΥΣΙΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΓΡΕΒΕΝΩΝ ΤΟ 1978.

Η ΠΑΥΣΙΣ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΟΥ ΕΠΙΤΡΟΠΟΥ ΓΡΕΒΕΝΩΝ ΤΟ 1978.

Γράφει ο Βασίλης Αποστόλου

Στα βυζαντινά χρόνια μεγαλύτερη πόλη της περιοχής της Κοζάνης ήταν τα Σέρβια. Από τον 9ο αιώνα ως το 1745 λειτουργεί η Επισκοπή Σερβίων με έδρα τα Σέρβια η οποία υπαγόταν στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης.
Με την κατάληψη των Σερβίων από τους Τούρκους στο τέλος του 14ου αιώνα εγκαθίσταται στην πόλη η πολιτική και στρατιωτική διοίκηση των Τούρκων κατακτητών. Οι μουσουλμάνοι των Σερβίων αυξάνονται με γοργό ρυθμό. Γρήγορα γίνονται πλειοψηφία. Οι χριστιανοί κάτοικοι χρόνο με το χρόνο εγκαταλείπουν την πόλη. Επιλέγουν για νέα κατοικία τους τα ορεινά χωριά της περιοχής και κυρίως τον οικισμό της Κοζάνης. Αποτέλεσμα όλων αυτών των μετακινήσεων ήταν ο χριστιανικός πληθυσμός των Σερβίων να μειωθεί σημαντικά και να ενισχυθεί αντίστοιχα της Κοζάνης.
Έτσι η έδρα της Επισκοπής Σερβίων το έτος 1745, επί Επισκόπου Μελετίου , μεταφέρεται στην πόλη της Κοζάνης κι ο τίτλος της Επισκοπής ονομάζεται «Σερβίων και Κοζάνης». Συνεχίζει να ανήκει στη Μητρόπολη Θεσσαλονίκης.
Στις 12 Απριλίου του 1877 ξεσπά Ρωσοτουρκικός πόλεμος. Οι Μακεδόνες επαναστατούν, οργανώνουν τοπικά κινήματα. Στις 19-1-78 ο ρωσικός στρατός φτάνει στην Ανδριανούπολη. Εκεί υπογράφεται Πρωτόκολλο που προέβλεπε την αυτόνομη ηγεμονία της Βουλγαρίας. Το εθνικό κέντρο αφυπνίζεται. Το ίδιο και το Πατριαρχείο. Τα επαναστατικά κινήματα στη Δυτική Μακεδονία οργανώνονται από την εκκλησία.
Οι Δυτικομακεδόνες αντιδρούν καθολικά. Η επαρχία Κοζάνης διαμαρτύρεται όχι μόνο στρατιωτικά αλλά και διπλωματικά. Μία τέτοια διαμαρτυρία η οποία αποτελεί σημαντικό ιστορικό κείμενο είναι καταχωρημένη στον κώδικα της Επισκοπής Σερβίων-Κοζάνης των ετών 1875-1889 σελ. 63 με τίτλο Αντίγρ. Αναφοράς προς ευρωπαϊκόν Συνέδριον.

«Φήμαι λυπηρόταται αφορώσαι την τύχην της προσφιλούς ημών πατρίδος Μακεδονίας κυκλοφορούσιν από τινος ενταύθα και λαμβάνουσιν οσημέραι υπόστασιν. Κατά τας φήμας ταύτας η πεφιλημένη ημών πατρίς Μακεδονία περιλαμβάνεται κατά το όλον ή το μέρος εν αγνοία ημών και παρά τας πανδήμους και ρητάς διαμαρτυρήσεις ημών και ιδίως την της 20ης Οκτωβρίου 1876. ην διηνθύναμεν δια της ανωτάτης ημών πνευματικής αρχής του εν Κωνσταντινουπόλει οικουμενικού Πατριαρχείου προς ους έδει εις την σχηματισθησομένην συνεπεία του ρωσοτουρκικού πολέμου ηγεμονίαν της Βουλγαρίας.
Η λύπη ημών κατέστη αφόρητος και απελπιστική διότι τοιαύτη τις οροθέτησις της Βουλγαρίας ουδόλως δικαιολογουμένη απέναντι των Βουλγάρων μη κατακτησάντων δικαιώματι πολέμου την χώραν ημών δεν δύναται πιστεύομεν να επιτραπή ουδέ να γείνη εφ’ όσον ημείς ζώμεν και υπάρχομεν παρά την θέλησιν ημών προς μεγίστην περιφρόνησιν πάσης αρχής παντός δικαίου και των στοιχειωδεστέρων αρχών του διεθνούς νομίμου καθ’ ο ουδενί επιτρέπεται διαθέτειν περί λογικών όντων άνευ της θελήσεως αυτών και χωρίς να ληφθή υπ’ όψιν η θρησκεία και τα ήθη αυτών, η γλώσσα και τα αισθήματα αυτών, αι προσδοκίαι και αι παραδόσεις αυτών και η ιστορία αρχαία τε και νεωτέρα της πατρίδος αυτών. Άλλως τε το καταστήσαι του πέραν του Αίμου Βουλγάρους, οίτινες παρ’ ημίν ζώσιν ως επήλυδες και ως ξένοι επιδραμόντες κατά διαφόρους καιρικάς περιστάσεις, κυρίους και Δεσπότας ημών. Και της Μακεδονίας , εστίν ημίν ούτω μισητόν και αποτρόπαιον ώστε και να σκεφθώμεν καν περί τούτου απεχθανόμεθα
Εάν εξήρτητο αφ’ ημών να αποφανθώμεν περί της τύχης ημών και της προσφιλούς ημών πατρίδος Μακεδονίας εις ουδενός ημών τον νουν ήθελεν έλθει ποτέ αναμφιβόλως να ζητήσωμεν την προσάρτησιν ημών και αυτής εις την νέαν ηγεμονίαν της Βουλγαρίας, καθ’ όσον ως προελέχθη, υπάρχουσιν ιεροί δεσμοί, ους ουδέποτε λησμονεί τις, υπάρχουσι δεσμοί γλώττης και εθνότητος, θρησκείας και ιστορίας, αναμνήσεων και προσδοκιών συνδεουσών ημάς μετά των ομαιμόνων ημών και ουχί των πέραν του Αίμου επιδρομέων Βουλγάρων. Αλλ’ επί του παρόντος και επί τω ακούσματι μόνω της μνησθείσης φήμης ερχόμεθα δια της παρούσης να διαμαρτυρηθώμεν πασών δυνάμεων πανδήμως και ρητώς, ως και διαμαρτυρόμεθα, εναντίον της υπαγωγής της Πατρίδος ημών Μακεδονίας ή της επαρχίας ημών, τόπου όλως ελληνικού ιστορικώς και υπό πάσας τας απόψεις εις την νέαν ηγεμονίαν της Βουλγαρίας και να αξιώσωμεν, ίνα παραχωρηθή εις την αγαπητήν ημών πατρίδα την Μακεδονίαν σύστημα, διοικητικόν και πολιτικόν σύμφωνον τη θελήσει τοις εθίμοις και παραδόσεσιν ημών, εξασφαλίζον την τύχην ημών και κεχωρισμένον και ανεξάρτητον όλως της νέας ηγεμονίας της Βουλγαρίας.
Στηριζόμενοι εις τε το δίκαιον και την εσχηματισμένην στερεάν απόφασιν ημών να μη ανεχθώμεν μηδέ προς στιγμήν την υπαγωγήν του τόπου ημών εις τους Βουλγάρους προ πάντων δε εις την δικαιοσύνην των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων και επιμαρτυρόμενοι τον Πανάγαθον Θεόν επί τη αποφάσει ταύτη οι υποφαινόμενοι κάτοικοι της επαρχίας Κοζάνης επαναλαμβάνομεν αύθις τας πανδήμους και ρητάς διαμαρτυρήσεις ημών κατά της ρηθείσης φήμης και παρακαλούμεν τας ευρωπ. Δυνάμεις μεριμνώσας δια την εν Ανατολή παύσιν των αιματοχυσιών και δια την σωτηρίαν της ζωής και τιμής και ημών των εν Μακεδονία να μη παραδεχθώσι τοιαύτην οροθέτησιν της Βουλγαρίας.
Βέβααι ούσαι ότι ούτω μόνον θέλουσι απομακρίνη του τόπου ημών χύσεως αιμάτων και βεβαίαν καταστροφήν αυτού απειλουμένου αφεύκτως εν περιπτώσει προσαρτήσεως της Μακεδονίας, εις την νέαν ηγεμονίαν της Βουλγαρίας
Έν Κοζάνη τη 16 Φεβρουαρίου 1878.
Έπονται υπογραφή Κοζάνης και των χωρίων μετά των μουχταρικών σφραγίδων».
Δεν αναφέρονται τα χωριά.

Δύο μέρες αργότερα στο Μπούρινο οι συγκεντρωμένοι επαναστάτες στις 18 Φεβρουαρίου του 1878 (2-3-78) σχηματίζουν την Προσωρινή κυβέρνηση της επαρχίας Ελιμείας με πρόεδρο τον Ιω.Κ. Γκοβεδάρο, Γραμματέα τον Α.Η.Πηχεών και μέλη τους Ζήσης Εμμανουηλίδης, Παπά Χριστόδουλος, Παπά Ιωάννης, Αθανάσιος Γρηγορίου. Αρχηγός των Επαναστατών ήταν ο Ι.Λιάτης.


Η παύσις του Αρχιερατικού Επιτρόπου και γραμματέα της Μητροπόλεως Γρεβενών

Υποστηρικτές των επαναστατικών κινημάτων στη Δυτική Μακεδονία ήταν ο Αρχιερατικός Επίτροπος κι ο Γραμματέας της Μητροπόλεως Γρεβενών. Ο Τούρκος υπουργός Δικαιοσύνης ζητά την παύση των από τη Μητρόπολη ένεκα των ατόπων και ανοικείων κινημάτων σύμφωνα με την παρακάτω Πατριαρχική επιστολή.

«Θεοφιλέστατε επίσκοπε Σερβίων και Κοζάνης, εν αγίω Πνεύματι αγαπητέ αδελφέ και συλλειτουργέ της ημών Μετριότητος κυρ Ευγένιε χάρις είη τη αυτή θεοφιλία και ειρήνη παρά θεού. Η αυτού εξοχότης ο υπουργός της Δικαιοσύνης διεβίβασεν ημίν τεσκερέν διαλαμβάνοντα ότι, επειδή η Νομαρχία Ιωαννίνων ετηλεγράφησεν ότι είναι ανάγκη να παυθώσιν ο Γραμματεύς και ο Αρχιερατικός επίτροπος του ιερωτάτου Μητροπολίτου Γρεβενών ένεκα των ατόπων και ανοικείων αυτών κινημάτων, συνεπεία δε του τοιούτου τηλεγραφήματος, η Αυτού εξοχότης, ο διαληφθείς υπουργός ανέθετο ημίν την ενέργειαν των δεόντων και ενεκρίθη η παύσις των της επαρχίας ταύτης εξαρχικώς εν αγίω όρει, γνωστοποιήσαντες την απόφασιν ταύτην τη αυτή ιερότητι, εντελλόμεθα τη θεοφιλία της όπως μετακαλεσαμένη τον Αρχιερατικόν επίτροπον και τον Γραμματέα της ιερότητός του και κοινοποιήσασα αυτοίς την παύσιν των διατάξη ως εκπροσώπου της εκκλησίας ίνα μη επιμίγνυντε ποσώς εις τας της Μητροπόλεως και επαρχίας ταύτης υποθέσεως, αν δε γνωρίζη η θεοφιλία της τινά των εκεί ιερωμένων κατάλληλον ίνα διαδεχθή την θέσιν του Αρχιερατικού Επιτρόπου της ιερότητός του διορίζη αυτόν ίνα διευθύνη προσωρινώς τας επαρχιακάς αυτού υποθέσεις, έως ου ο ίδιος κυριάρχει φροντίση αποκαταστώσι τον καταλληλότερον. ει δε τυχόν αγνοεί τοιούτο τι πρόσωπον, γράψει προς τους προκρίτους χριστιανούς της Μητροπόλεως ίνα διορίσωσιν ούτοι κατάλληλον τι ιερωμένον πρόσωπον αντιπροσωπεύον τον Αρχιερέα αυτών, έως ου ο ίδιος λάβη ανήκουσα περί τούτου πρόνοιαν. Δι ο όσον τάχοι απεκδεχόμεθα πληροφορίας δια γράμματά των τας επί του προκειμένου ενεργείας των. Η δε του θεία χάρις και το άπειρον έλεος είη μετ’ αυτών.
αωοη Φεβρουαρίου ιγ (1878 Φεβρουαρίου 13) Κων/πόλεως εν Χριστώ αδελφέ.

+ Ο Εφέσου Αγαθάγγελος εν Χριστώ αδελφός,
+Ο Νικομηδείας Φιλόθεος εν Χριστώ αδελφός,
+Ο Κυζίκου Νικόδημος εν Χριστώ αδελφός,
+ Ο Νικαίας Ιωαννίκιος εν Χριστώ αδελφός,
+Ο Δέρκων Ιωακείμ εν Χριστώ αδελφός,
+Ο Τυρνόβου Γρηγόριος εν Χριστώ αδελφός,,
+Ο Δημητριάδος Γρηγόριος εν Χριστώ αδελφός,
+Ο Διδυμοτείχου Σωφρόνιος εν Χριστώ αδελφός,
+Ο Φαναριοφαρσάλων Ιωαννίκιος εν Χριστώ αδελφός».