58. ΤΑ ΡΟΥΓΚΑΤΣΙΑΡΙΑ ΣΤΗ ΣΑΡΑΚΗΝΑ ΓΡΕΒΕΝΩΝ
ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΠΟΥΡΙΝΟΣ Τεύχος 3ο 2011
Γράφει ο Ευάγγελος Κ.Ντάγκας Σχολικός Σύμβουλος ε.ε
Η Πρωτοχρονιά ήταν μια ξεχωριστή μέρα, για το κάθε σπίτι, αλλά και για όλο το χωριό. Πέρα από τα έθιμα: το ποδαρικό, τη βασιλόπιτα και τα σούρβα, απαραίτητο συμπλήρωμα στο καλωσόρισμα του καινούργιου χρόνου, ήταν τα ρουγκατσιάρια.
Το μεσημέρι της πρωτοχρονιάς, μετά το κόψιμο της βασιλόπιτας, πολλοί ήταν αυτοί που μαζεύονταν στο «κονάκι» ή σε κάποιο άλλο σπίτι του χωριού κι έφτιαχναν τα «ρουγκατσιάρια», ένα έθιμο που το συνέχιζαν, μέχρι και τότε, που τα χωριά κρατούσαν ακόμα τον κόσμο τους, κάπου εκεί στη δεκαετία του ’70, λίγο πριν, λίγο μετά.
Παλιότερα, τα καρναβάλια, αυτά που γίνονταν, σε πολλά μέρη, την αποκιά, ήταν άγνωστα στα χωριά. Τα μασκαρέματα, όπως και κάθε άλλη εκδήλωση, τα συνήθιζαν, πιο πολύ, την πρωτοχρονιά, μπορεί και τα Φώτα. Σύμφωνα με το Ν.Πολίτη τα «ρουγκατσιάρια» πήραν το όνομά τους από το λατινικό (Rogatio), που σημαίνει: ζητώ κάτι για τον κόπο μου. Άλλοι λένε πως τα «ρουγκατσιάρια» πήραν το όνομά τους από το σλαβικό «ρογκ), που θα πει κέρατο. Μπορεί, γιατί τα ρουγκατσιάρια, εκτός από τις προσωπίδες, φορούσαν και κεφαλαργιές ζώων, για να δείχνουν άγρια και φοβερά. Μια άλλη εκδοχή θέλει το όνομα να βγαίνει από το «ρούγου ρούγκου», τον ήχο δηλαδή, που έβγαζαν τα κυπροκούδουνα, που ο ρουγκατσιάρης είχε κρεμασμένα στο κορμί του. Αλλού τα λένε και μπουμπουσιάρια. Ίσως από το μπούφος (σκιάχτρο-φόβητρο). Γι’ αυτό και στο χωριό μου, εκείνα τα χρόνια, τα παλιά, για να ησυχάζουν τα μικρά, όταν έκλαιγαν, τα φοβέριζαν, με τη φράση :»Μην κλαις, γιατί θα σε φάει ο μπούμπους».
Τα ρουγκατσιάρια ήταν ολόκληρος θίασος, που με τραγούδια και χορούς γύριζε τους μαχαλάδες του χωριού και διασκέδαζε τον κόσμο. Ο ρουγκατσιάρης ξεχώριζε. Φορούσε ένα παλιό ταλαγάνι με «κατσούλα» στο κεφάλι, κι από τη μέση και κάτω, παλιά σαλβάρια, που τον έδειχναν σταβοπόδαρο, σαν τον καλικάντζαρο. Το πρόσωπο και τα χέρια του ήταν βαμμένα μαύρα, με καπνιά. Το έθιμο, ήθελε το ρουγκατσιάρη να είναι, για την περίσταση, και καμπούρης, για να δείχνει άσχημος. Γι’ αυτό και του έβαζαν στη ράχη τεχνητή καμπούρα, που έφτιαχναν με πολλά κουρέλια. Από τη μέση του κρέμονταν μικρά και μεγάλα κυπριά και κουδούνια, που τα χτυπούσε κάθε τόσο μ’ ένα ρόπαλο, που κρατούσε στο χέρι. Στο λαιμό του είχε κρεμασμένη μια σακούλα, γεμάτη στάχτη, που την έριχνε στον κόσμο, που μαζευόταν γύρω του και τον εμπόδιζε να προχωρήσει.
Πίσω από τα ρουγκατσιάρια ακολουθούσαν, όχι μόνο παιδιά, αλλά και μεγάλοι, που ξεκαρδίζονταν στα γέλια από τα χωρατά τους. Στα σπίτια που πήγαιναν, για τον κόπο τους, τους έδιναν, όπως και στα σούρβα: βλιάγματα και ζαϊρέδια. Κι εδώ, οι ευχές ήταν ανάλογες, ευχές, για υγεία, για προκοπή, για χρόνια πολλά. Τα «ρουγκατσιάρια», όπως και τα «σουρβαντζούλια» με τα ζαϊρέδια που μάζευαν, έκαναν κι αυτά γλέντι, όλα μαζί, στο «κονάκι», αργά το βράδυ της πρωτοχρονιάς.
Έτσι γινόταν παλιά τα ρουγκατσιάρια στο χωριό μου. Σήμερα, δε γίνονται, όπως και πολλά άλλα έθιμα. Κι αξίζει να γυρίζει κανείς πίσω, για να βλέπει τι τον δένει με τον τόπο του. Και να μην τα΄αφήνει να χαθεί… Για να τα μαθαίνουν και οι νεότεροι…

-p1.jpg)
-p1.jpg)