Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

ΑΦΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΙΚΙΣΜΟ ΕΞΑΡΧΟΣ ΓΡΕΒΕΝΩΝ

 


24. ΑΦΗΓΗΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΙΚΙΣΜΟ ΕΞΑΡΧΟΣ

Γράφει ο Γεώργιος Νιούκας

            Με το Γεώργιο Νιούκα συζήτησα πολλές φορές για την ιστορία του χωριού. Το ίδιο έκανα και με άλλους κατοίκους. Τα λόγια τους λιτά, αληθινά. Τα παρακάτω κείμενα μαγνητοφωνήθηκαν το καλοκαίρι του 2003.

 ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΠΟΥΡΙΝΟΣ ΤςΥΧΟΣ 3ο

Παιχνίδια στο καφενείο. Στο καφενείο παίζαμε κυρίως δύο παιχνίδια την ξερή και την ανοιχτή. Σήμερα η νεολαία είναι ψόφια για μπιρίμπα. Το κέρδος ήταν η βανίλια, το μπισκοτολούκουμο. Αλλά αυτό που μετρούσε περισσότερο ήταν η χαρά της νίκης.

Πανίδα. Στον Μπούρινο υπήρχαν πολλά όρνια. Τρέφονταν από τα πολλά ψοφίμια που υπήρχαν τότε. Τα ζώα πολλά, οι αρρώστιες πολλές, η αντιμετώπιση δύσκολη. Ακόμα ένα είδος πτηνών τα σταυράκια, μικρότερα από τα όρνια αφάνιζαν τις κότες, τους λαγούς και τα ξεμοναχιασμένα αρνιά. Τα ζώα τα τρυπούσαν, έτρωγαν τα συκώτια και μετά τα παρατούσαν. Το μήνα Αύγουστο πιάναμε πέρδικες. Τότε λόγω της ξηρασίας δεν υπήρχαν τροφές, τα χορτάρια καίγονταν. Η σύλληψη γινόταν ως εξής. Φτιάχναμε μία λακκούβα τετράγωνη. Μέσα εκεί τοποθετούσαμε σπόρους σιταριού και άχυρο. Πάνω από τη λακκούβα είχαμε μία  τετράγωνη πέτρα η οποία στηρίζονταν σε διχάλα. Πριν τη λακκούβα σχηματίζαμε δρόμο με σπόρους κι άχυρο. Η πέρδικα πλησίαζε έφτανε στη λακκούβα, σκάλιζε, η διχάλα έπεφτε κι έτσι η πέρδικα φυλακιζόταν. Ένα άλλο είδος ζώων ήταν οι ασβοί. Έμοιαζαν με γουρουνόπουλα. Αυτά τρώγαν τα καλαμπόκια. Για να προφυλάξουν την παραγωγή οι Εξαρχιώτες άναβαν φωτιές σε στεγνές βουϊνιές, έτσι οι ασβοί δεν πλησίαζαν τα καλαμποκοχώραφα. Ακόμα ο τόπος ήταν γεμάτος με λύκους και αλεπούδες. Οι λύκοι παρουσιάζονταν τη νύχτα και χαλούσαν μέχρι πέντε πρόβατα. Τα περιστέρια ζούσαν σε γαλαρίες       

Ράφτες. Ράφτης του χωριού ήταν ο Ιωάννης Ζαχαράκης κι ο Κωνσταντίνος Αργυρίου.  Ερχόταν επίσης πολλοί Σαμαρινιώτες. Μεταξύ αυτών ήταν κι ο Ντίνας. Έραβε μάλλινα, παντελόνια, σακάκια, μάλλινα. Ερχόταν συνέχεια κι έραβε. Διατηρούσε και τυροκομείο στου Τάρλα το σπίτι. Επίσης ερχόταν κι ο Πάσχος Μανδραβέλης από το συνοικισμό Σαμαρινιωτών της Αιανής κι έραβε.

Σκορδάρης. Οι Σιατιστινοί αντάρτες ίσια με την ώρα τον πήρανε, έπαιρνε να σκοτιδιάσει. Τον πήγαν στον Αϊ-Θανάση, για να τον εκτελέσουν. Έκαναν τον τάφο. Λένε ότι έφυγε ξυπόλητος, βγήκε στη Δραβουτάνιστα κι από κει πήγε στην Κοζάνη.

Εικονοστάσι. Το εικονοστάσι πιο κάτω από την Αγία Παρασκευή το έχτισε ο Ιωάννης Μπούζμπας πατέρας του Χρίστου. Ήταν τσέλιγκας από τους μεγάλους. Είχε 250 πρόβατα. Μαντριά είχε δύο στο Λέκα και στον Κατσάνο. Τσοπάνο είχε από το Δίσλαπο (Δραγασιά) τον Κοσμά από τους Γακαίους παραπαίδι του Νάσιου του Γάκη. 

Νερόμυλοι. Οι μύλοι που υπήρχαν στην περιοχή «μύλια», όριο μεταξύ Εξάρχου και Δαφνερού ήταν τέσσερις. Λειτουργούσαν με το ίδιο το νερό. Το νερό πήγαινε από τον ένα μύλο στον άλλο. Ο ένας ήταν βακούφκος των εκκλησιών Παλαιοκάστρου και Εξάρχου. Έβγαινε σε δημοπρασία και τον χτυπούσαν για 5-10 χρόνια. Ο μεσαίος ήταν σχολικός κι αυτός έβγαινε δημοπρασία. Ο τρίτος μύλος που σώζεται σήμερα  ιδιοκτησίας Πέγιου δόθηκε προίκα στον Παναγιώτη Αποστόλου το έτος 1870 περίπου. Ο τέταρτος μύλος βρισκόταν απέναντι από το ρέμα. Ήταν ασβεστόκτιστος και ήταν ιδιοκτησίας του Μπέη που είχε έδρα το Δαφνερό. Ακόμα λειτουργούσε και πετρελαιοκίνητος μύλος στη Γουμαράδα του Ιωάννη Γκουτζιαμάνη. Όταν υπήρχαν αδέσμευτες ποσότητες νερού, ιδίως κατά την περίοδο του χειμώνα λειτουργούσε με τη δύναμη του νερού (νερόμυλος).

Δριστέλες –Μαϊντάνια. Στην ίδια περιοχή λειτουργούσαν δύο δριστέλες. Η μία ήταν του Βασιλείου Κεφάλα και ήταν στην περιοχή Παλιοκαρυάς. Η άλλη ήταν του Δημητρίου Αποστόλου του Παναγιώτη και ήταν λίγα μέτρα πιο κάτω από τον υπάρχοντα νερόμυλο. Στις δριστέλες επεξεργαζόταν τα μάλλινα, βελέντζες, κιλίμια, κάπες. Μαϊντάνια υπήρχαν περισσότερα. Εκεί γινόταν κατεργασία των αδήμιτων (μάλλινων) παντελονιών. Τέτοια είχαν οι Αργυράδες (Αργυρίου), Καρατσιούνας, Γάκης και άλλοι. Το συγκεκριμένο ρέμα φέρει την ονομασία Μαϊντανόλακκος.

Πόσιμο νερό. Πίναμε νερό από το λάκκο. Τις περισσότερες φορές πηγαίναμε στην τοποθεσία Τσιούρκα, πάνω από την προβάτα του Αθανασίου Μαχτσίρα, κοντά στο χωριό. Το νερό δεν ήταν καθαρό, γιατί μέσα στα λακκώματα υπήρχαν πολλά ψόφια ζώα. Ακόμα το νερό ερχόταν κι από τις πηγές του Αγίου Αθανασίου. Σ’ εκείνη την περιοχή λειτουργούσαν πρόχειρα τυροκομεία. Aποτέλεσμα  τα λύματα να εισέρχονται στο ρέμα που υδρεύονταν οι κάτοικοι. Παρασκεύαζαν τυρί, μπάτζιο και ούρδα. Βρύσες είχαν κατασκευάσει στις αντίστοιχες πηγές ο Πέγιος (Πέι του πηγάδι) στον Τσιτσιμίλι ο Μπούζμπας και στο Ντιλμπάνο ο Γκουτζιαμάνης με πελεκητές πέτρες.

Φροντίδα για τα ζώα. Κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού κοιμόμασταν έξω από το χωριό, στη φύση. Μαζί μας παίρναμε τα ζώα, τα μουλάρια, τα γουμάρια. Πηγαίναμε εκεί που υπήρχε πλούσιο χορτάρι στην Τουρτουρίτσα, στο Λέκα, στα Κουριά. Τα  δέναμε για να μην απομακρυνθούν και προξενήσουν διάφορες ζημίες. Σεβόμασταν την περιουσία, τα κτήματα των συγχωριανών. Το χωριό ήταν ομόφωνο. Ότι ήταν ο ένας ήταν και οι άλλοι. Για τη νυχτερινή μας απουσία οι γυναίκες δε διαμαρτύρονταν. Οι ίδιες τις νύχτες των καλοκαιριών κοιμόταν στις αυλές των σπιτιών. Το καλοκαίρι είχε κοριούς, ψύλλους. Μόλις σβήνανε οι λάμπες ορμούσαν στο εσωτερικό των σπιτιών. Γι’ αυτό κοιμόμασταν έξω στον ουβρό. Εκεί είχαμε και τα νεογέννητα στις σαρμάντσες.

Μεγάλα σπίτια. Μεγάλα σπίτια στο χωριό ήταν το Αποστολάθκο, του Μπούζμπα, το Ντιοντιάθκο (Γιώτα) και το Γκουτζιαμανάθκο. Ήταν σπίτια μεγαλοπρεπή διώροφα, με πολλά δωμάτια και μεγάλη σάλα.

Σχολείο. Εδώ που βρίσκεται το κοινοτικό γραφείο παλιά ήταν σπίτι βακούφκο. Εδώ μένανε οι γελαδαραίοι  που προσλάμβαναν οι Εξαρχιώτες  από τα διπλανά χωριά. Μετά χαλάστηκε και κτίστηκε το δημοτικό σχολείο και στη συνέχεια το κοινοτικό γραφείο. Ένα άλλο στρωτό σπίτι ήταν κοντά στου Ζαχαράκη Π. που λειτουργούσε ως σχολείο.

Βακούφικη περιοχή. Ο Γκουτζιαμάνης όταν ήλθε από το μαχαλά αγόρασε την περιοχή κι έκτισε τα σπίτια τα Γκουτζιαμανάθκα. Μέρος του οικοπέδου πήρε κι ο Ζιώγας που κι αυτός έμεινε στο μαχαλά.

Εκκλησία του Αϊ-Νικόλα. Ήταν μεγάλη εκκλησία, ήταν στο βάθος. Είχε τα ίδια μέτρα με τη σημερινή. Είχε μια χοντρή ξύλινη πόρτα. Για τις γυναίκες είχε ξεχωριστή πόρτα. Οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με τοιχογραφίες. Το καμπαναριό ήταν μεγάλο. Ήταν χτισμένο με πελεκητές πέτρες. Εκτός από την καμπάνα είχε και σήμαντρο, ένα σανίδι μεγάλο. Χτυπούσε Τάγκα Τούγκα Ταραράμ το λέγαμε. Εσωτερικά ανέβαινες με σκάλα. Είχε παραθύρια ψηλά.

Αγία Παρασκευή. Είχε τα ίδια μετρήματα με τη σημερινή. Για να μπεις μέσα έσκυβες. Όταν κάναμε αγροτικές δουλειές και έπιανε νεροποντή τρέχαμε να προφυλαχτούμε στο εσωτερικό της.

Χορός. Χορεύαμε τις γιορτές. Κυρίως το χειμώνα. Το καλοκαίρι που αδειάζαμε!

 

ΟΙ ΑΠΟΔΗΜΙΕΣ ΤΩΝ ΣΙΑΤΙΣΤΙΝΩΝ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΑΡΙΑ ΤΟΝ 17ο ΚΑΙ 18ο ΑΙΩΝΑ. ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

 


25. ΟΙ ΑΠΟΔΗΜΙΕΣ ΤΩΝ ΣΙΑΤΙΣΤΙΝΩΝ ΣΤΗΝ ΑΥΣΤΡΟΟΥΓΓΑΡΙΑ ΤΟΝ 17ο ΚΑΙ 18ο ΑΙΩΝΑ. ΔΗΜΟΤΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ[1]

Γράφει ο Γεώργιος Μ.Μπόντας τέως Διευθυντής της Μανουσείου Δημόσιας Βιβλιοθήκης Σιάτιστας-Λαογράφος

Οι πολυχρόνιες αποδημίες των Σιατιστινών τον 17ο και 18ο αιώνα στην Αυστροουγγαρία δημιούργησαν ένα μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα. Οι γέροι που έμειναν πίσω, οι γυναίκες, τα παιδιά καρτερούσαν πάντα το γυρισμό. Ο ξενιτεμός αυτός που συνεχίζονταν για πολλά χρόνια, ήταν φυσικό να συγκινήσει τη λαϊκή Σιατιστινή μούσα που αφιέρωσε στους ξενιτεμένους και στον καημό του γυρισμού τα πιο όμορφα τραγούδια της:

Κίνησαν τα καράβια τα Ζαγοριανά

Κίνησιν κι ο καλός μου να πάει στην ξενιτιά.

Δώδικα χρόνους κάμει κι έξι ξάμηνα,

Μούδι γράμματα μου στέλνει μούδι αντιλογιά.

Κι απού τους δώδικα κι ουμπρός μ’ στέλν’ ένα μαντίλι,

Μ’ στέλν’ ένα μαντίλι με δώδικα φλουριά.

Στην άκρη απ’ του μαντίλι μ’ είχι αντιλουγιά.

Θέλεις κόρη μ’ παντρέψου, θέλεις καλουγριά.

Τούρκου άντρα μην πάρεις κι κριματιστείς,

κι κριματίης κι  μένα με τη μάνα μου.

Ιδώ που είμι κόρη μ’ μέσα στη Φραγκιά

πήρα γυναίκα Φράγκσα, μάγσα πιθιρά

μαγεύει τα καράβια κι δεν πιρπατούν

μάγιψιν κι μένα κι δεν μπορώ να ρθώ.

Σύντας κινήσου νάρθου χιόνια κι βρουχές

κι όντας γυρίζου πίσου, νήλιους, ξεστεριές.

Σελώνου τ’ άλογό μου και ξεσελώνιτι,

ζώνου τα’ άρματά μου κι ξεζώνουντι.

 

Και η προσμονή του γυρισμού  ήταν μοναδικός σκοπός και δικαίωση υπάρξεως αυτών που απόμειναν πίσω.

Κι τα σχαρίκια έπιρναν πως έρχιτι ου αφέντης

Απού τα μέρη της Βλαχιάς κι απού του Μπουκουρέστι.

Το Δούναβη κατέβαινε οπέρα να περάσει,

βρίσκει το Δούναβι θολό, τουν πόρο χαλασμένο,

σκύβει φιλεί τον μαύρο του, σκύβει και τον ρωτάει.

-Δύνεσαι μαύρεμ’ δύνεσαι, οπέρα να με βγάλεις;

-Δύνουμαι αφέντη μ’ δύνουμαι οπέρα να σε βγάλω.

βάλε κουσκούνια δώδεκα κι ίγγλες δεκαπέντε

κι αρτίρισέ μου την ταή σαρανταπέντε χούφτες

κι πιάσ’ από τη χαίτη μου κι ρίξ’ απάν΄στη σέλα,

να πεταχτώ να λιχνιστώ οπέρα να σε βγάλω.

Το παραπάνω τραγούδι είναι κολιαντίτικο Σιατιστινό που τραγουδιέται στη Σιάτιστα σε σπίτι που έχουν ξενιτεμένο.

            Η εξέταση των πνευματικών δημιουργημάτων του λαού μας αποδεικνύει το αδιαίρετο της Ελληνικής παράδοσης και αποκαλύπτει τις αρετές με τις οποίες κοσμείται ο λαός μας. Γι’ αυτό πολύ ορθά και σοφά, ο Ίωνας Δραγούμης γράφει: “Πήγαινε στα Δημοτικά μας τραγούδια, στη δημοτική μας τέχνη και στη χωριάτικη και στη λαϊκή ζωή για να βρεις τη γλώσσα σου και την ψυχή σου και μ’ αυτά τα εφόδια αν έχεις ορμή μέσα σου και φύσημα, θα πλάσεις ό,τι θέλεις, παράδοση και πολιτισμό και αλήθεια και φιλοσοφία».

 



[1] Με την ευκαιρία της έκθεσης η ορθόδοξη διασπορά στην Ουγγαρία.

ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΛΙΑΚΜΟΝΑ ΣΤΟΝ ΠΟΡΟ ΓΡΕΒΕΝΩΝ

 


26. ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΑΛΙΑΚΜΟΝΑ ΣΤΟΝ ΠΟΡΟ

Γράφει η νηπιαγωγός Αναστασία Ζυγούρα

 

Το πρόβλημα για όλα τα χωριά των Βεντζίων ήταν η διάβαση του ποταμού Αλιάκμονα. Μέχρι το 1935 δεν υπήρχε γέφυρα. Οι ανάγκες για να επισκέπτονται την πόλη των Γρεβενών πολύ μεγάλες (αγορά, γιατροί, δικαστήρια, μητρόπολη κ.λ.π.). Θα αναφερθούμε εδώ όσον αναφορά τη γέφυρα στη θέση Πόρος κοντά στο συνοικισμό Πόρου. Παράλληλα θα εξηγήσουμε και πως γινόταν η διέλευση πριν γίνει η γέφυρα.

 


Η γέφυρα κτίστηκε το έτος 1935 σε σημείο του ποταμού που απέχει από την πόλη των Γρεβενών ανατολικά περίπου 9 χλμ. και δυτικά του συνοικισμού Πόρος 1,5 χλμ. Εκείνος που φρόντισε να γίνει αυτό το μεγάλο  και σωτήριο έργο όχι μόνο για την Κνίδη αλλά και για όλα τα χωριά των Βεντζίων ήταν ο τότε βουλευτής των Γρεβνενών Γ. Ποντίκας. Για το πώς περνούσαν το ποτάμι πριν το 1935 έχουμε την παρακάτω πληροφορία.

Στο ίδιο σημείο όπου κτίστηκε η γέφυρα είχαν κατασκευάσει με ξύλα ένα μικρό αυτοσχέδιο πλωτό. Το ονόμαζαν καράβι.  Ήταν ένα είδος μικρής βάρκας-πλατφόρμας. Χωρούσε δύο, τρία ζώα φορτωμένα ή μη και μερικούς ανθρώπους.

 

 

Είχε σημασία η επιλογή αυτής της θέσης, γιατί το ποτάμι είχε ομαλές όχθες, μεγάλο πλάτος κοίτης και μικρή κλίση ροής. Πλεονέκτημα όλων αυτών ήταν στο σημείο αυτό να μην είναι ορμητικά τα νερά.

Το καράβι αυτό το χρησιμοποιούσαν συνήθως όταν είχε πολλά νερά το ποτάμι. Τους καλοκαιρινούς μήνες όπου το νερό λιγόστευε, μπορούσαν να περάσουν καβάλα στα ζώα ή και πεζοί πιασμένοι από τις ουρές των ζώων για ισορροπία.

Το κατασκεύασμα αυτό ήταν κρεμασμένο από χοντρά καραβόσκοινα δεμένα σε μεγάλα δέντρα δεξιά κι αριστερά της κοίτης. Η σύνδεσή του στα σχοινιά γινόταν με ξύλινους γάντζους κυκλικούς (κουλούρια) και με ένα σύστημα απλό και πρακτικό το έκανε να μετακινείται και να γλιστρά επάνω στο νερό. Υπήρχε ο ειδικός για το χειρισμό και η απόσταση μεταφοράς ήταν περίπου 60 μέτρα. Πρέπει να πούμε εδώ ότι όταν είχε φουρτούνες και πολλά νερά δε λειτουργούσε το σύστημα. Υπήρχε κίνδυνος να ανασηκωθεί, να ανατραπεί ακόμα δε και να απαγκιστρωθεί από τους γάντζους. Για το πότε υπήρχε ο κίνδυνος αυτός, η πληροφορία μας λέει ότι το γνώριζαν καλά.

Στην ανατολική όχθη υπήρχε ένας βράχος. Παρατηρούσαν αυτό το βράχο. Αν τον κάλυπταν τα νερά και δε φαινόταν ούτε καν η κορυφή του, δεν έμπαινε το καράβι στο νερό. Παρέμενε αραγμένο στην όχθη μέχρι να φανεί ο βράχος. Το λάθος έγινε το έτος 1916-17 όταν ομάδα Γάλλων στρατιωτών επιχείρησε να περάσει το ποτάμι, ενώ ο βράχος ήταν σκεπασμένος από τα νερά και ο ειδικός (καραβοκύρης) απουσίαζε. Μπήκαν στο ποτάμι, το πολύ νερό ανέτρεψε και απαγκίστρωσε το καράβι με αποτέλεσμα να πνιγούν και να χαθεί το καράβι.

Όταν ο ειδικός και υπεύθυνος δεν επέτρεπε να κινηθεί το καράβι οι ταξιδιώτες από την άλλη πλευρά των Γρεβενών παρέμεναν όσο χρειαζόταν σε πανδοχείο που υπήρχε στη δυτική όχθη. Οι ταξιδιώτες από την πλευρά του Πόρου διανυκτέρευαν ή παρέμεναν στο χωριό Πόρος.

Από το έτος 1950 τις ανάγκες μεταφοράς για τα Γρεβενά και αντίθετα, εξυπηρετούσε ο Πάσχος Χρήστος (Κνίδη) με το μοναδικό τρακτέρ στην περιοχή. Ο δρόμος πολύ άσχημος και στην πλατφόρμα του τρακτέρ στριμωγμένοι και στοιβαγμένοι άνθρωποι και πράγματα. Αργότερα μπήκε στη γραμμή με φορτηγό αυτοκίνητο ο Απόστολος Μωυσιάδης (Κνίδη) και στη συνέχεια έγινε ο δρόμος (πολύ καλός) από κλιμάκιο της ΜΟΜΑ και σήμερα υπάρχει ένα πλήρες συγκοινωνιακό δίκτυο.

 


 

 

 

 

 

ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

 

 ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΜΠΟΥΡΙΝΟΣ ΤΕΥΧΟΣ 3ο

27. ΔΙΑΚΡΙΣΕΙΣ

 

1. Μουταφίδου Σουλτάνα (Σούλα, το γένος Τσακιρίδη. Έλκει την καταγωγή από Ποντινή Βεντζίων. Γεννήθηκε στην Κοζάνη το 1984.Σπούδασε Αγρονόμος Τοπογράφος Μηχανικός στο Α.Π.Θ. Συνέχισε με μεταπτυχιακό στους “Υδατικούς πόρους”.  Στις δημοτικές εκλογές του 2010 εξελέγη δημοτική σύμβουλος  του Δήμου Κοζάνης με το συνδυασμό “Ενότητα” του Λάζαρου Μαλούτα. Θερμά συγχαρητήρια και καλή θητεία.

2.  Γιάννα Γκουτζιαμάνη.

 


Η φιλόλογος Γιάννα Γκουτζιαμάνη, του 1ου Γενικού Λυκείου Κοζάνης, από τον Έξαρχο Γρεβενών, κατ΄έτος παρουσιάζει θεατρικές παραστάσεις στην Αίθουσα Τέχνης του Δήμου Κοζάνης με ηθοποιούς μαθητές των Λυκείων και γυμνασίων της Κοζάνης. Μερικά από τα έργα που ανέβασε είναι: Ευτυχισμένος που έκανε το ταξίδι του Οδυσσέα της Μαριάννας Κορομηλά(1997), Μια μέρα στο γυμνάσιο της Έλλης Αλεξίου (1998), Πολυτεχνείο- Συνέντευξη για τα 30 χρόνια (2003),Δημοτικό τραγούδι (2004),Με κόντρα τον καιρό με κείμενα: Αρλέτα, Καβάφης, Ρίτσος, Λειβαδίτης. Στα χνάρια της τοπικής Ιστορίας -Γεώργιος Λασσάνης.(2006), Πολυτεχνείο (2007), Ελεύθεροι Πολιορκημένοι του Δ.Σολωμού (2008),Δρόμοι προς το αρχαίο δράμα (2009), Αντιγόνη Σοφοκλέους (2010), Οι μονόλογοι από τη Γάζα (2010). Θερμά συγχαρητήρια και καλό κουράγιο

3. Αχιλλέας Φασούλας 


 

Ο  Αχιλλέας Φασούλας γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη τον Ιούλιο του 2000.  Η γιαγιά του η Χρυσούλα Δεληζήση κατάγεται από τον Έξαρχο κι ο παππούς του ο Αχιλλέας από Κοκκινιά Γρεβενών. Σε ηλικία 4 ετών αρχίζει προπονήσεις στην αναρρίχηση.  Σε ηλικία 5 χρονών ανεβαίνει με επιτυχία τη διαδρομή Ζηλνιά Ολύμπου. Ακολουθούν αλλεπάλληλες αναρριχήσεις στα Μετέωρα, Αγιοφάραγγο Κρήτης, στο Στεφάνι Ολύμπου, στο Μύτικα του Ολύμπου με υψόμετρο 2.919 μ., στον Τσούργιακα (Αετιά)  Γρεβενών, στη Βουλγαρία, Άλπεις της Ελβετίας. Από το 2004 πραγματοποιεί  SKI σε χιονοδρομικά κέντρα της πατρίδας μας, ασκείται στην ιππασία. Από το 2007 αθλείται στο Tae kwon do με διακρίσεις (πράσινη ζώνη). Ξεκίνησε προπονήσεις από το 2006 στο Paintball (σκοποβολή), στην ποδοσφαιρική ομάδα του Αγίου Παύλου Θεσσαλονίκης. Σήμερα αγωνίζεται στον Κεραυνό Αγίου Παύλου Θεσσαλονίκης.

4. Ευθύμης και Δημήτρης Παπαδόπουλος


 

Ο Ευθύμης μαθητής της Β΄ Γυμνασίου του Πειραματικού σχολείου Κοζάνης  και ο Δημήτρης Παπαδόπουλος της Δ΄Δημοτικού  του 8ου Δημοτικού σχολείου Κοζάνης από τον οικισμό Βάρης  συμμετείχαν ως ηθοποιοί στο θεατρικό έργο  “Οπερα στη σοφίτα” που ανέβασε το Δημοτικό Ωδείο Κοζάνης στην αίθουσα Τέχνης  στις 13 και 14 Μαρτίου 2010. Η όπερα γράφτηκε στην Πράγα το 1938 και έγινε γνωστή λόγω των παραστάσεων κατά τη διάρκεια του Β΄Παγκοσμίου Πολέμου στο εβραϊκό γκέτο του Τερεζίν (1942-1945), στην τότε Τσεχοσλοβακία (Τσεχία). Οι παραπάνω μαθητές εκτός από τα μαθήματά τους  φοιτούν στο Δημοτικό Ωδείο Κοζάνης ο μεν Ευθύμης 8 έτη με κύριο αντικείμενο την εκμάθηση κιθάρας ο δε Δημήτρης  4 έτη με εκμάθηση κλαρινέτου. Θερμά συγχαρητήρια.

5.Φρειδερίκη Χ. Παπαγιάννη 


 

Η Φρειδερίκη Παπαγιάννη από τον οικισμό Βάρης Γρεβενών μαθήτρια της Στ΄ τάξης του Δημοτικού σχολείου Χ. Μούκας σε αγώνες κολύμβησης Δημοτικών σχολείων Ν. Κοζάνης που διεξήχθησαν στο Δημοτικό Κολυμβητήριο Πτολεμαΐδας στις 20 Απριλίου 2010 στην κατηγορία 50 μ. ελεύθερο με χρόνο 30΄΄ 47 ήλθε πρώτη. Xάλκινο μετάλλιο στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Ελεύθερο Παγκορασίδων που έγινε στις ολυμπιακές εγκαταστάσεις του ΟΑΚΑ στην Αθήνα από 21 έως 25 Ιουλίου 2010. Θερμά συγχαρητήρια.