Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2026

Μεταξά Κοζάνης

 


40. ΜΕΤΑΞΑ

 

Γράφει η Κατερίνα Παπαγιάννη της Δ΄ τάξης του 17ου Δημοτικού σχολείου Κοζάνης

 ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ " ΜΠΟΥΡΙΝΟΣ" ΤΕΥΧΟΣ 3ο

 

Το Μεταξά κτισμένο στους πρόποδες των Καμβουνίων σε υψόμετρο 1100 μέτρων το συναντάμε με την ίδια ονομασία στον Κώδικα της Ζάβορδας  μεταξύ 1534-1692 με 51 αφιερωτές. Προήλθε από τη συνένωση τριών οικισμών της “Παλαιοπαναγιάς”, των “Φούρνων” και του “Σπηλιώματος”.

Απέχει από την Κοζάνη 43 χιλιόμετρα και από την έδρα του Δήμου Σερβίων 17 χιλμ.

            Τα χαρακτηριστικά του χωριού είναι τα κρύα νερά και ο βουνίσιος ζωογόνος αέρας. Είναι χωριό ορεινό και άγονο. Οι γεωργικές εκτάσεις είναι ελάχιστες. Ο τόπος προσφέρεται για κτηνοτροφία. Πολλοί κάτοικοι, περισσότεροι από χίλιοι μετανάστευσαν στην Αυστραλία και Δ. Γερμανία.

            Στα χρόνια της τουρκοκρατίας ήταν η έδρα των αρματολών Μπζιωταίων. Κατά την απελευθέρωση του 1912 τρεις ιερείς του χωριού και σαράντα ένας πολίτες εκτελέστηκαν από τους Τούρκους στις φυλακές των Σερβίων.

Σήμερα ζούνε στο χωριό περίπου 300 κάτοικοι, οι περισσότεροι της τρίτης ηλικίας.

Τα κτίρια που στολίζουν το Μεταξά είναι ο ιερός ναός του Αγίου Δημητρίου (1848), το πέτρινο κοινοτικό κατάστημα, το Αγροτικό ιατρείο, το 6/θέσιο Δημοτικό σχολείο, το Σπίτι του παιδιού, πολλά καταστήματα κι αρκετά εξωκλήσια.

            Στο χωριό πραγματοποιούνται με συνεργασία του τοπικού Εξωραϊστικού συλλόγου, του Αθλητικού συλλόγου  και του συλλόγου Μεταξιωτών Κοζάνης το Αντάμωμα των απανταχού Μεταξιωτών στις 20 Ιουλίου.

 

ΕΚΤΡΟΦΕΙΟ ΓΟΥΝΟΦΟΡΩΝ ΖΩΩΝ ΣΤΟΝ ΕΞΑΡΧΟ

 


41. ΕΚΤΡΟΦΕΙΟ ΓΟΥΝΟΦΟΡΩΝ ΖΩΩΝ ΣΤΟΝ ΕΞΑΡΧΟ

 

O Γιάννης Μπιμπίκας  στο εκτροφείο γουνοφόρων ζώων τον Ιανουάριο του 2007 στην κτηματική περιφέρεια Εξάρχου στη θέση «Κάμπος». Εκτρέφει 5.500 μάνες  «Μιγκ». Η κάθε μάνα γεννά μία φορά το χρόνο 5-6 μικρά. Η μονάδα στήθηκε το 2005. Είναι μία παραγωγική μονάδα που συμβάλλει αποφασιστικά στην οικονομική ανάπτυξη της πατρίδας μας. Αξίζουν θερμά συγχαρητήρια στο Γιάννη που με την επιχειρηματική του δραστηριότητα δίδει προοπτικές ανάπτυξης σ’ έναν τόπο που χαρακτηρίζεται από οικονομική δυσπραγία.

ΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ ΓΕΦΥΡΙ ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΕΝΤΖΙΩΝ Ν. ΓΡΕΒΕΝΩΝ

 


42. ΤΟ ΠΕΤΡΙΝΟ ΓΕΦΥΡΙ  ΣΤΟ ΧΩΡΙΟ ΚΕΝΤΡΟ ΒΕΝΤΖΙΩΝ Ν. ΓΡΕΒΕΝΩΝ

 

 

        Γράφει  ο Αργύρης Θ. Παφίλης

 

12 - 4 - 2010 ημέρα Δευτέρα.  Με το ανοιξιάτικο φως και τον ασυννέφιαστο ουρανό, η τοπιογραφία των Βεντζίων φλερτάρει με το νιόβγαλτο χορτάρι, τον πλημμυρισμένο Αλιάκμονα, τα σχήματα και τις σκιές των βουνών, τους ήχους, τα χρώματα, τις κόκκινες στέγες των χωριών, χαρίζοντας  στον τόπο μια ξεχωριστή γοητεία. Σ΄ αυτή την πληθωρική φύση των Βεντζίων βρέθηκα παρέα με τον Δημήτρη Λαγιώτη ο οποίος είχε την πληροφορία ότι στην περιοχή του οικισμού Κέντρο (Βέντζι) υπάρχει πέτρινο γεφύρι.

Στο καφενείο του Πέτρου Τζόλη καλωσορίσματα, κεράσματα, καφέδες αλλά οι πληροφορίες για το γεφύρι από τους κατοίκους που είναι πρόσφυγες από τον Πόντο, λιγοστές.

Ο Πέτρος, είναι τύπος υπερκινητικός και συμπαθής, και ένας από τους λίγους που νοιάζεται για το γεφύρι και που όλο λέει φωναχτά: έχουμε και μείς γεφύρι όχι μονό τα Γρεβενά, αναλαμβάνει να μας οδηγήσει στο γεφύρι.

          


  Παίρνουμε τον ασφαλτόδρομο που οδηγεί στο χωριό Σαρακήνα, μετά από μια απόσταση 200μ στρίβουμε αριστερά σε χωματόδρομο και ακλουθώντας κόντρα το ρέμα που βρίσκεται δεξιά μας και διανύοντας άλλα 200 μέτρα φτάσαμε στο σημείο που βρίσκεται το γεφύρι.

            Με δυσκολία το εντοπίσαμε γιατί η πυκνή βλάστηση το είχε εξαφανίσει και η πρόσβαση δεν ήταν εύκολη. Η δε κοίτη του ρέματος έχει γίνει τόπος απορριμμάτων.

Ο Δημήτρης και ο Πέτρος έφυγαν για το χωριό για να επιστρέψουν με τσεκούρια και πριόνια αραίωσαν κάπως την πυκνή βλάστη που το κάλυπτε και τότε φάνηκε η μεγαλοπρέπεια της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής αλλά και τα σοβαρά προβλήματα του μνημείου.

            Με την μετροταινία μέτρησαν το ύψος, το μήκος, το φάρδος και το άνοιγμα του τόξου.  Ιδιαίτερη εντύπωση μου έκανε το φάρδος του καταστρώματος του φτάνει τα 3,80 μέτρα.

 Το μονότοξο γεφύρι δρασκελάει το ρέμα που κατεβαίνει από την περιοχή των Αγαλαίων και συνέδεε το χωριό Κέντρο με τα χωριά Σαρακήνα και Αγαλαίους αλλά ήταν η διάβαση προς τα χωράφια και τα βοσκοτόπια.

Δυστυχώς δε σώζονται πληροφορίες για την χρονολογία της κτίσεως του, τον χορηγό του και τους μαστόρους που το έχτισαν, οι κάτοικοι του Κέντρου το αποκαλούν Τούρκικο.

 Το μήκος του φτάνει τα 9μ. το ύψος του τα 4,50μ, το φάρδος του τόξου του τα 3,80μ, και το άνοιγμα του τόξου τα 4,20μ. Το φάρδος του ήταν ιδιαίτερα μεγάλο γιατί σύμφωνα με μαρτυρίες των κατοίκων πάνω από το γεφύρι περνούσαν κάρα.

Το γεφύρι χρησιμοποιούνταν από τους κατοίκους ως το 1960 με την διάνοιξη νέων δρόμων το γεφύρι εγκαταλείφτηκε ξεχάστηκε.

 Όμως  η φύση έκανε τη δουλεία της, τα δένδρα πέρασαν τα κλαδιά τους στο σώμα του γεφυριού και σε συνεργασία με  την πυκνή βλάστηση το κρύψανε.  Το νερό κατατρώει τα βάθρα του και το κατάστρωμα του ρημάζει. Από την πλευρά προς τα ανάντη έχουν πέσει σχεδόν όλοι οι θολίτες μαζί και το κλειδί.

Ο Λάμπρος Χατζησυμεωνίδης 77 χρονών γεωργοκτηνοτρόφος που παλαιότερα περνούσε καθημερινά από το γεφύρι μας είπε ότι οι κάτοικοι του Κέντρου φρόντιζαν για την συντήρηση του, κάποια φορά μάλιστα που ένα τμήμα του λιθόστρωτου δρόμου ξηλώθηκε αυτοί έφεραν πέτρες από ένα άλλο γεφύρι (της Γκουντίνας) που είχε καταρρεύσει και τον συντήρησαν. Στο ίδιο ρέμα παλαιότερα υπήρχαν άλλα δύο γεφύρια τα οποία δεν σώζονται.

 Σε λίγο η παρέα μας μεγάλωσε ήρθαν ο Σπύρος Φούρκας 76 χρονών και Δημήτρης Μπουζιαλής (οργανοπαίχτης) από τη Σαρακίνα φορτωμένοι με μνήμες και θύμησες από τα χρόνια εκείνα  που το γεφύρι ήταν το μοναδικό πέρασμα.  Όταν γινόταν το μεγάλο παζάρι στο Βέντζι (το παλιό όνομα του Κέντρου) ο κυρ Δημήτρης  πιτσιρικάς τότε από το γεφύρι περνούσε για να έρθει να παίξει κλαρίνο στα καφενεία του χωριού. 


 

 Όταν οι διηγήσεις τέλειωσαν ο κυρ Δημήτρης άνοιξε ένα μικρό βαλιτσάκι που κουβαλούσε μαζί του, έβγαλε με προσοχή τα κομμάτια του κλαρίνου, τα συναρμολόγησε, έβαλε τα δάχτυλά του πάνω στα πλήκτρα, το έφερε στο στόμα του, φύσηξε, ε! και τότε έπαψαν τα πουλιά το εαρινό τους κελάιδισμα, το κελάρυσμα του νερού σταμάτησε, αντιλάλησε ο λόγγος,  ο κυρ Δημήτρης με την τέχνη του και το μοιρολόι ηρέμησε τη φύση  και γέμισε νότες και μεράκια τις φουρτουνιασμένες ψυχές μας.   

Το γεφύρι του Κέντρου, μνημείο ανεκτίμητης πολιτισμικής και πολιτιστικής αξίας απειλείται με άμεση κατάρρευση  και  όπως τονίζουν οι κάτοικοι η συντήρηση είναι αναγκαία γιατί εκτός από κάποιες παλιές εκκλησιές είναι το μοναδικό μνημείο παραδοσιακής αρχιτεκτονικής  στην περιοχή των Βεντζίων. Η συντονιστική επιτροπή για τη διάσωση της σκήτης του Αγίου Νικάνορα βαθειά ευαισθητοποιημένη με το θέμα του γεφυριού, θα πιέσει προς κάθε κατεύθυνση ώστε  να γίνει διεπιστημονική μελέτη, να συντηρηθεί-επισκευαστεί και να αναδειχθεί ως ένα από τα μοναδικά δείγματα της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Βέβαια μετέπειτα πρέπει εσαεί να λαμβάνει της ανάλογης πολιτειακής φροντίδας.

 

 

 

 

 

 

Που σαν περιστερούλα μου

 


43. ΑΦΗΓΗΣΗ ΖΑΧΑΡΑΚΗ ΖΩΗ

 

           

Η  Ζαχαράκη Ζωή σύζυγος του Παναγιώτη δέχτηκε να μας μιλήσει για τον Έξαρχο, να μας τραγουδήσει. Την επισκέφθηκα τον Ιούλιο του 2004. Εκεί που συζητούσαμε δέχθηκε να τραγουδήσει το παρακάτω τραγούδι.

 

 

1

-Που σαν περιστερούλα μου

τόσον καιρό χαμένη;

-Ήμαν στα πλάια έβοσκα

στους κάμπους σεργιανούσα.

 

2

Τώρα το Φθινόπωρο

κοντά στον Αϊ-Δημήτρη

βγήκα να μάσω κάστανα

με τάλλα τα κορίτσια.

 

3

Οι κλέφτες μας αγνάντευαν

από μια ψηλή ραχούλα.

Κορίτσια Καστανιώτικα

ελάτε παρά κάτω,

να ιδείτε και να μάθετε

πώς πιάνεται η αγάπη.

 

4

Από τα μάτια πιάνεται

στα χείλη κατεβαίνει

κι από τα χείλη στην καρδιά

ριζώνει και δε βγαίνει.

 

 

 

 

 

 

 

           

           

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Το κάθε δίστιχο μας το τραγούδησε διπλά. Αυτό το τραγούδι το τραγουδούσαν οι συμπέθεροι κατά τον αρραβώνα.

Η Ζωή θυμάται το θείο μου που άδικα έφυγε. Όταν πήγα στο μύλο να αλέσουμε ο Βασίλης (αδερφός του πατέρα μου) κάθισε και το έγραψε αυτό το τραγούδι. Φαίνεται ότι τον έμοιασες.

Στα νυχτέρια, στο καθάρισμα, στο ξεσπύρισμα του καλαμποκιού συνεχίζει η κ. Ζωή λέγαμε το παραπάνω τραγούδι. Επίσης το τραγουδήσαμε κατά την επιστροφή μας από τη Σιάτιστα. Πηγαίναμε και πουλούσαμε ξύλα, τσάκνα. Τα ζώα φορτωμένα. Εμείς πηγαίναμε με τα πόδια. Στο γυρισμό ήμασταν καβάλα. Τότε συνέχεια τραγουδούσαμε. Τώρα όλοι σκεφτικοί. Κανένας δε χαίρεται, κανένας δεν τραγουδάει.