13. ΟΙ ΓΑΚΑΙΟΙ ΣΤΟΝ ΜΠΟΥΡΙΝΟ
3ο τεύχος περιοδικό "ΜΠΟΥΡΙΝΟΣ"
Γράφει ο Ευθύμιος Αθ. Γακόπουλος, ετών 95
Σεπέμβριος 2010
Η γενιά μας, οι Γακαίοι ( από το 1913 Γακοπουλαίοι), συνέδεσαν στενά το όνομά τους με την κτηνοτροφία, αφού πέντε αδέρφια, Κώστας, Δημήτρης, Χρήστος, Θανάσης και Αντώνης, ήταν τσελιγκάδες.
Καταγωγή μας κάπου μεταξύ Μετσόβου και Τρικάλων, κατ’ άλλους από την περιοχή των Ιωαννίνων. Γύρω στα 1830 ήρθαν οι πρόγονοί μας και εγκαταστάθηκαν αρχικά στο χωριό Λάγκα της Καστοριάς. Αργότερα και για λόγους εργασίας πήγαν στο Πετροπουλάκι της Καστοριάς και αργότερα επέλεξαν ως τόπο μόνιμης εγκατάστασης τη Δραγασιά, το τότε Δίσλαπο. Ο μπέης του χωριού τους δέχθηκε και τους παραχώρησε μια έκταση στο κέντρο του χωριού, όπου και εγκαταστάθηκαν. Κύρια ασχολία τους ήταν η κτηνοτροφία και σιγά σιγά απέκτησαν ένα μεγάλο κοπάδι, το οποίο κάθε χρόνο αυγάταινε.
Ο Δημήτρης και ο Θανάσης ήταν παράλληλα και οικοδόμοι και είχαν μάλιστα δικό τους οικοδομικό συνεργείο κι έφθασαν για εργασία μέχρι την Εντρινέ (Ανδριανούπολη). Κι αυτοί στη συνέχεια, με την παρότρυνση του πατέρα τους, ασχολήθηκαν με την κτηνοτροφία.
Η περιοχή των Οντρίων με την πλούσια βλάστηση και βοσκή ήταν ο τόπος που φιλοξενούσε όλα τα κοπάδια του χωριού, αλλά κι άλλων κτηνοτρόφων, από Θεσσαλία και Ήπειρο, οι οποίοι έρχονταν και νοίκιαζαν κάποια έκταση.
Παράλληλα οι Γακαίοι συνέδεσαν το όνομά τους και με το Μπούρινο και τα Βέντζια, αφού επί 50 περίπου χρόνια κατέβαζαν τα κοπάδια και τα ξεχειμώνιαζαν στην περιοχή αυτή.
Από το 1905 περίπου κι αφού ο καθένας από τ’ αδέρφια είχε αποκτήσει δικό του κοπάδι, που αριθμούσε τα 200 πρόβατα, άρχισαν να κατεβαίνουν στα χειμαδιά και συγκεκριμένα στον Μπούρινο και στη θέση Βοϊδόλακας. Ο Κώστας με το γιο του Θύμιο, ο πατέρας μου Θανάσης κι ο Αντώνης πήγαιναν στην Βάρσια ( Βάρη), ενώ ο Δημήτρης κι ο Χρήστος στον Έξαρχο. Μαζί τους για κάποια χρόνια κατέβαινε κι ο Πασχάλης Βλαχόπουλος, αλλά μια χρονιά πήγαν Τούρκοι Κονιάροι από την περιοχή της Πτολεμαΐδας, του πήραν το κοπάδι και τον ξυλοκόπησαν άγρια και σε λίγο καιρό πέθανε. Προσπάθησαν να πάρουν και τα κοπάδια των Γακαίων, αλλά αυτοί είπαν ότι τα πρόβατα ήταν του μπαμπά (ηγούμενου) του τεκκέ και δεν τους πείραξαν. Στο χωριό μας υπήρχε Τεκκέ (μοναστήρι) της μουσουλμανικής αίρεσης των μπεκτασήδων και τα πρόβατα του μοναστηριού (εκατό περίπου) τα είχαν οι Γακαίοι για βοσκή. Το ίδιο πρόβλημα αντιμετώπιζαν κι όταν περνούσαν από χωριά με τούρκικο πληθυσμό, όπως το Πυλωρί, αλλά όταν άκουγαν ότι είναι τα πρόβατα του Τεκκέ, τους άφηναν ελεύθερα να περάσουν.
Ξεκινούσαν για τα χειμαδιά το μήνα Νοέμβριο. Προγραμμάτιζαν του Αγίου Φιλίππου να ξεκινήσουν με τα κοπάδια τους. Μαζί τους έπαιρναν ως υπαλλήλους κι άλλους νέους από το χωριό. Στα φορτηγά ζώα φόρτωναν τα ρούχα, κάπες, νταλαγάνια, αρκετό αλάτι και τρόφιμα. Σε 4 ημέρες έφθαναν στον προορισμό τους.
Είχαμε κάποια μαντριά και τα κονάκια στην κορυφή του Μπούρινου, στη θέση Βιτουλομάντρι, και άλλα πιο χαμηλά προς τη Βάρη, όπου είχαμε τα πιο αδύνατα πρόβατα και εκεί κατεβάζαμε τα αρνιά. Άλλα μαντριά είχαμε στην περιοχή του Εξάρχου. Είχαμε φτιάξει και πρόχειρες καλύβες για τη διαμονή του προσωπικού και στάβλους για τα φορτηγά ζώα. Όταν είχε αρκετό χιόνι, κατεβάζαμε όλα τα πρόβατα στις εγκαταστάσεις που είχαμε χαμηλά, κοντά στα χωριά. Κάπου κάπου κάποιος από τους μεγάλους πήγαινε με τα ζώα στο χωριό μας, για να φέρει τρόφιμα.
Από το 1929, οπότε τέλειωσα το Δημοτικό Σχολείο, μέχρι το 1937, και παρόλο που δεν είχα μεράκι τα πρόβατα, με έπαιρνε ο πατέρας μου κι εμένα με το κοπάδι. Μαζί με άλλους νέους από το χωριό μας μάς ανέθεταν να φροντίζουμε κυρίως τα στείρα πρόβατα και τα φορτηγά ζώα, να κουβαλούμε ξύλα για τη φωτιά, νερό και για άλλες βοηθητικές δουλειές.
Το 1932 ήταν για όλους μια πολύ άσχημη χρονιά. Έκανε βαρύ χειμώνα, τα πρόβατα ήταν πολύ αδύνατα και δεν άντεξαν. Από τα 250 που είχαμε τη χρονιά εκείνη, μας έμειναν μόνο 105.
Το 1933 είχαμε και το κοπάδι του Νίκου Πουλιόπουλου, ο οποίος ήταν μεγαλονοικοκύρης και το κοπάδι μας έφθανε τα 800 πρόβατα. Την επόμενη χρονιά μ’ έβαλε ο πατέρας μου και δούλεψα στο κοπάδι του Ν. Πουλιόπουλου. Και τη χρονιά εκείνη πήγα με τα παιδιά της Βάρης και τραγουδήσαμε την Πρωτοχρονιά τα Σούρβα. Είχα φίλο το Γιάννη Γκουτζιαμάνη από τον Έξαρχο.
Η συμβίωσή μας με τους κατοίκους των δύο χωριών ήταν αρμονική. Είχαμε αναπτύξει φιλικές σχέσεις και δεν υπήρξαν ποτέ προστριβές. Μάλιστα οι μεγάλοι τα βράδια του χειμώνα πήγαιναν στα καφενεία των χωριών και επισκέψεις σε διάφορα σπίτια. Η φιλία τους κράτησε πολλά χρόνια κι ορισμένοι από τα χωριά αυτά ερχόταν το καλοκαίρι και στο χωριό μας. Ήμασταν αγαπητοί σε όλους τους κατοίκους. Σε αρκετές οικογένειες έδιναν δωρεάν γάλα και μαλλί. Οι μεγάλοι δεν ένοιωθαν ξένοι στα χωριά αυτά.
Είχαν επιλέξει για ξεχειμώνιασμα των κοπαδιών την περιοχή αυτή, γιατί υπήρχε άφθονη βοσκή και οι χειμώνες ήταν σχετικά ήπιοι. Δε χρησιμοποιούσαν καθόλου ζωοτροφές, παρά μόνο λίγο κλαδί από βελανιδιές, δεν είχαν έξοδα κι έτσι είχαν μεγαλύτερο κέρδος. Όταν είχε πολύ χιόνι άλεθαν καλαμπόκι στο μύλο του Αποστόλου στον Έξαρχο, για να τα ταΐσουν. Πουλούσαν γάλα και ζωντανά σε κατοίκους των γύρω χωριών και τα έσοδά τους αυξάνονταν. Το 1935 ήταν πολύ αποδοτική χρονιά. Θυμάμαι ότι ο πατέρας μου Θανάσης μέχρι τον Αύγουστο μήνα είχε έσοδα 47.000 δραχμές, ποσό πολύ σεβαστό για την εποχή εκείνη. Πλήρωναν αρχικά στον Τούρκο μπέη ένα φόρο, που ήταν ανάλογος με τον αριθμό των προβάτων που είχε ο καθένας. Αργότερα, μετά το 1923, ο φόρος βοσκής ήταν υπέρ της Κοινότητος. Ο φόρος ήταν μόνο για τους μήνες που είχαν τα κοπάδια στο χειμαδιό και ήταν ελάχιστος, θα έλεγα συμβολικός.
Η επιστροφή στο χωριό γινόταν τον Απρίλιο μήνα. Φροντίζαμε το Πάσχα να βρισκόμαστε στο σπίτι μας, εκτός αν το Πάσχα ερχόταν νωρίς, οπότε ο καιρός δεν το επέτρεπε.
Έπρεπε απαραιτήτως να περάσει κάποιος από την Εφορία της Νεάπολης και να δηλώσει την επιστροφή των κοπαδιών, ώστε να καταβληθεί ο ανάλογος φόρος βοσκής και στην Κοινότητα του χωριού μας. Η επιστροφή έπαιρνε πανηγυρικό χαρακτήρα. Όλοι έβγαιναν και περίμεναν τα κοπάδια και τους καλωσόριζαν με γλυκά, κρασί και πυροβολισμούς. Με την επιστροφή τους, το πρώτο γάλα των κοπαδιών τους το μοίραζαν σε οικογένειες που δεν είχαν πρόβατα. Το είχαν καθιερώσει για το καλό των κοπαδιών τους.
Τα βοσκοτόπια αυτά αποτελούσαν τσιφλίκι κάποιου μπέη, ο οποίος έμενε στα Γιάννινα. Όταν όλα έδειχναν ότι οι Τούρκοι θα φύγουν, κάπου το 1917 όπως έλεγαν οι μεγάλοι, ο μπέης θέλησε να πουλήσει την έκταση. Οι κάτοικοι της Βάρης και του Εξάρχου είπαν ότι η έκταση αυτή ανήκει στους Γακαίους και αυτοί έχουν τον πρώτο λόγο. Τότε ήρθαν σε επαφή με έναν εκπρόσωπο του μπέη και συμφώνησαν να την αγοράσουν στην τιμή των 200 λιρών, ποσό το οποίο διέθεταν. Ο Κώστας, ο μεγαλύτερος των αδερφών, πήγε στο χωριό να πάρει ένα μέρος των χρημάτων, ώστε να αρχίσει η διαδικασία της αγοραπωλησίας. Εκεί τον επηρέασαν τα πεθερικά του λέγοντάς του ότι δεν θα συμφωνήσουν στη μοιρασιά μεταξύ τους. Έτσι ματαιώθηκε η αγορά. Το ίδιο έγινε και το 1938, οπότε έγινε η διανομή της γης. Η Δ/νση Γεωργίας ειδοποίησε τους Γακαίους να υποβάλουν αίτηση, για να δικαιωθούν την έκταση στο Βοϊδόλακα κι η απάντησή τους ήταν : Εμείς τόσα χρόνια δε χαλαστήκαμε με τους κατοίκους των δύο χωριών, ζήσαμε αγαπημένα, τώρα θα χαλαστούμε ; Έτσι δεν δέχτηκαν να διεκδικήσουν τίποτε.
Εγώ πήγαινα στα χειμαδιά μέχρι το 1937. Από εκεί έφυγα και πήγα στρατιώτης και μετά δεν ασχολήθηκα με τα πρόβατα. Ωστόσο οι υπόλοιποι συνέχισαν να κατεβαίνουν κάθε χρόνο. Σιγά σιγά οι μεγάλοι άρχισαν να σταματούν λόγω ηλικίας. Τελευταίοι, μέχρι το 1955, που κατέβαζαν τα κοπάδια τους ήταν ο Γιώργος, γιος του Δημήτρη, κι ο Πασχάλης, γιος του Χρήστου.
-p1.jpg)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου