Τετάρτη 15 Απριλίου 2026

ΚΥΡΓΙΑΛΕΗΣΟΝ! ΚΥΡΓΙΑΛΕΗΣΟΝ

 


2. ΚΥΡΓΙΑΛΕΗΣΟΝ! ΚΥΡΓΙΑΛΕΗΣΟΝ

 

Γράφει ο Ευάγγελος Κ.Ντάγκας Σχολικός Σύμβουλος ε.τ

 

 

Η παραμονή των Θεοφανίων ήταν η τελευταία μέρα του Δωδεκάμερου. Την έλεγαν και Σταυρό, γιατί ο παπάς, τη μέρα αυτή, με το σταυρό στο χέρι, περπατούσε, ένα - ένα, όλα τα σπίτια του χωριού και τ’ άγιαζε, ψάλλοντας το «Εν Ιορδάνη βαπτιζομένου σου Κύριε…». Τα νερά, που ως τότε θεωρούνταν ακάθαρτα, γιατί, όπως πίστευαν, ήταν μαγαρισμένα από τους καλικάντζαρους, τώρα με τα ιερά κείμενα και τις ευλογίες της εκκλησίας, «βαφτίζονταν», κι όχι μόνο αυτά, αλλά και οι αέρηδες, για να είναι ευνοϊκοί, όποτε φυσούν, στα σπαρτά, στα ζώα, στους ανθρώπους.

            Τη μέρα αυτή, μετά τη βάπτιση, πίστευαν ότι έφευγαν οι καλικάντζαροι και χάνονταν στα σκοτάδια, μέσα στα έγκατα, για ν’ αρχίσουν και πάλι να ροκανίζουν το στύλο, που κρατάει όρθια τη γη, αφήνοντας ήσυχους τους ανθρώπους να ετοιμαστούν για τα Φώτα και το Μεγάλο Αγιασμό.

            Οι καλικάντζαροι, όταν ανεβαίνουν στη Γη, κρύβονται παντού. Ακόμη και στις σκιές. Από τη φύση είναι ζαβολιάρηδες και κάθε φορά που βγαίνουν από τις κρυψώνες τους, κάνουν ζημιές και πειράζουν τους ανθρώπους. Όλα γενικά θέλουν να τα χαλούν. Είναι δαιμονικά. Κι όπως λένε, δε βγαίνουν από μόνοι τους. Κάποιος εκεί, στον Κάτω Κόσμο, τους ανοίγει την πόρτα κι αυτοί σταματούν, κατά τη συνήθειά τους, να ροκανίζουν το δέντρο της ζωής, που στηρίζει τη Γη.

            Σαν περνούσε ο Σταυρός, οι νοικοκυρές συνήθιζαν να τα καθαρίζουν όλα, ακόμα και τα τζάκια. Τη στάχτη που μάζευαν, την πήγαιναν στα χωράφια, για να τα προστατεύσουν, όπως πίστευαν, από τα διάφορα ζιζάνια. Στον παπά, τη μέρα αυτή, μετά τον αγιασμό, που έκανε στο κάθε σπίτι, εκτός από τα χρήματα που έριχναν οι νοικοκυρές στο κακάβι, που κρατούσε το παιδί, που τον ακολουθούσε, του έδιναν και μια θηλιά λουκάνικα ή ότι άλλο είχαν: καρύδια, σιτζιούκια, αυγά κλπ. γιατί τότε οι παπάδες ήταν άμισθοι και συντηρούνταν από τα «ελέη» των χριστιανών και κυρίως από το σιτάρι, που τους έδιναν μια φορά το χρόνο, στ΄ αλώνια, το χρονιάτικο, όπως το έλεγαν.

            Τα Θεοφάνια ή Επιφάνια ή Φώτα, είναι μεγάλη γιορτή, μια από τις πιο μεγάλες γιορτές της χριστιανοσύνης. Τη μέρα αυτή, με τις ευλογίες της εκκλησίας, αγιάζονται τα νερά και φωτίζεται όλη η πλάση. Όταν ήταν να γίνει ο αγιασμός, ο παπάς στο χωριό μου, τη Σαρακήνα Γρεβενών, ακολουθώντας το έθιμο, έβγαζε σε δημοπρασία πρώτα τη «Βάφτιση», μετά το Σταυρό, ύστερα τις άλλες εικόνες, που ήταν κάτω από το τέμπλο. Και τότε, όσοι από τους χωριανούς ήθελαν, τις «χτυπούσαν», προσφέροντας για την καθεμία, χωριστά, άλλος λάδι, άλλος σφαχτά κι άλλος χρήματα, σιτάρι ή καλαμπόκι. Όταν η δημοπρασία τελείωνε, με τις εικόνες στα χέρια, έβγαιναν έξω, φωνάζοντας: «Κύργιαλέησον! Κύργιαλέησον!». Τα παιδιά έπαιρναν τις μικρότερες, αυτές που ήταν στα στασίδια και μετά όλοι μαζί, κινούσαν για τις βρύσες, τα ξωκλήσια και τις γύρω ράχες. Αυτό το έκαναν, γιατί πίστευαν, πως έτσι , οι αρρώστιες θα έμεναν μακριά από το χωριό.

            Τα Φώτα πάλι, σαν τέλειωνε η Λειτουργία και ο Μεγάλος Αγιασμός, όλοι χαιρετούσαν το Ευαγγέλιο και τη Βάφτιση. Φεύγοντας, έπαιρναν, σε μικρά δοχεία, λίγο από το αγιασμένο νερό, για ευλογία. Μ’ αυτό πήγαιναν και ράντιζαν τ΄ αμπέλια και τα χωράφια τους, για να έχουν καλή σοδειά. Ράντιζαν και τα σπίτια, για υγεία, ακόμα και τα ζώα τους, για να μην αρρωσταίνουν. Εκείνοι που έπαιρναν στη δημοπρασία τη «Βάφτιση» και το Σταυρό, συνήθεια ήταν, να καλούν τους χωριανούς στα σπίτια τους, για να τους κεράσουν, γιατί μαζί με τους Φώτηδες, τη μέρα αυτή, γιόρταζαν, τιμητικά, κι αυτοί.

            Έτσι, γιορτάζονταν τα Φώτα στο χωριό μου παλιά. Λέω παλιά, γιατί εδώ και πολλά χρόνια, δε γίνεται το χτύπημα των εικόνων και το : «Κύργιαλέησον!». Φαίνεται πως και το έθιμο αυτό, όπως και πολλά άλλα, τ΄ αφάνισε το ξενόφερτο πνεύμα ζωής. Άλλη εξήγηση δεν μπορώ να δώσω!

 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου