Σάββατο 20 Δεκεμβρίου 2025

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ του περιοδικού ΜΠΟΥΡΙΝΟΣ

33. ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΕΝΙΣΧΥΣΗ  του περιοδικού ΜΠΟΥΡΙΝΟΣ

Η συνέχιση της έκδοσης του περιοδικού έχει άμεση σχέση με την ύπαρξη οικονομικών πόρων. Αναγνωρίζουμε ότι η σημερινή συγκυρία είναι αρνητική. Ωστόσο φρονούμε ότι σήμερα επιβάλλεται  να κρατήσουμε ζωντανή την ελπίδα αναδεικνύοντας την ιστορία του τόπου μας. Ευχαριστούμε τα μέλη και τους φίλους του συλλόγου που συνεχίζουν να στηρίζουν πρακτικά την έκδοση του περιοδικού.

10

Αραβόπουλος Γιάννης ( Ξηρολίμνη)

Βαρβέρης Δημήτριος (Παλιόκαστρο)

Βουδούρη Πόπη (Παλαιόκαστρο)

Γιώτας Γεώργιος

Γκουτζιαμάνης Ευριπίδης

Δεληζήσης Θεόδωρος

Διγγόλης Παναγιώτης

Ευθυμίου Δημήτριος

Ζιώγας Νικόλαος

Καραΐσκος Σωκράτης

Λαγιώτης Δημήτριος, Δίπορον

Λαμπρέτσα Έλλη, Κνίδη

Μάρκου Κώστας

Μπούζμπας Ιωάννης

Νάκας Δημήτριος, Μέγαρο

Νιούκα Ν.Ειρήνη

Νιούκας  Ν. Ευάγγελος

Ντάγκας Γεώργιος,Σαρακήνα

Παπαζήσης Χρήστος (Βάρης)

Παπαχρήστος Νικόλαος (Γρεβενά)

Πιπεράς Λάμπρος

Πιπεράς Σπύρος

Ράπτης Γιάννης (Μεταμόρφωση)

Ρουσιάδης Γεώργιος (Ροδιανή)

Σιώμος Στέργιος (Δαφνερό)

Στεργιόπουλος Νίκος

Στεργιοπούλου Κατερίνα

Τζάρος Στέργιος

Τριανταφύλλου Νέστορας

Τσιανίκας Νικόλαος

Τσίγκας Αθανάσιος,Σαρακήνα

Τσίγκας Νικόλαος, Σαρακήνα

Χατζηδημητριάδης Λάζαρος (Δαφνερό)

 

Άλλα ποσά

Παλούκας Βαγγέλης 15

Ανώνυμος 20

Διγγόλη Περιστέρα 20

Γράβα Δήμητρα 20

Νιούκας Δημήτριος 20

Τσαπανίτης Απόστολος 20

Γκουτζιαμάνης Θωμάς 30

Νιόπλιας Χρήστος 20

Αποστόλου Βασίλειος 30

Πάτρας Βασίλειος 50

 

 

 

 


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ-ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΑ

 

34. ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ-ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΑ


Γράφει η νηπιαγωγός Αναστασία Ζυγούρα

 

Τα μεσάνυχτα της 23ης Δεκεμβρίου τα νεαρά αγόρια (7-12 χρόνων) μαζεύονται στο προαύλιο  της εκκλησίας. Χτυπούν για λίγο την καμπάνα ν’ ακούσουν οι χωριανοί και στη συνέχεια χωρίζονται σε παρέες (10-15 αγόρια η κάθε μια). Μετά περιφέρονται όλα τα σπίτια του χωριού, τραγουδώντας τα Κάλαντα.

Η αρχή γίνεται πάντοτε από το σπίτι του παπά.[Πολλά παιδιά κρατούν στα χέρια τους ψηλά και χοντρά ραβδιά  (ματσούκια τα λένε), με τα οποία χτυπούν τις πόρτες των σπιτιών, τραγουδώντας:

 

1.Ανοίξτε τα κονάκια σας τα κατακλειδωμένα,

Να πάρουμε τον κόπο μας, γιατί Χριστός γεννιέται…

Γεννιέται και βαφτίζεται με μέλι και με γάλα.

Το γάλα τρων’ οι άρχοντες, το μέλ’ οι αρχοντοπούλες

Και το μελισσοβότανο μυρίζν’  τα  παλικάρια…

 

Οι νοικοκυραίοι ξενυχτούν, περιμένοντας  να περάσουν οι παρέες των αγοριών. Όταν ανοίγουν την εξώθυρα, ένα από τα αγόρια (ο αρχηγός) μπαίνει στο δωμάτιο, που περιμένει η οικογένεια, και ανακατεύοντας με το ματσούκι τη φωτιά, που καίει στο τζάκι, λέγει δυνατά τα εξής λόγια:

 

2.Καλημέρα τσ’ αφεντιάς…φέρνω γεια, γεροσύνη, αμπάρι στάρια, βαένια με κρασιά, προβατίνες με αρνιά, γίδες με κατσίκια,

Γελάδες με γελαδούλια, φοράδες με φοραδούλια

κίρκες  (γαλοπούλια) με κιρκούλια…ξεπατώθκαν τα τουρκούλια…

νύφες με γαμπρούς, κλωσσαριές με πλια…μπρρρρ…κατσιμιιιι…

τσιιι…τσιιι (μιμείται τη φωνή της νοικοκυράς, όταν καλεί τις κότες)

 

Την ίδια στιγμή μαζί με τα άλλα αγόρια, που έχουν μπει κι αυτά στο δωμάτιο, χαμηλώνουν το σώμα τους στο πάτωμα και μιμούνται την κλώσα που κλωσά τα αυγά της. Αυτό γίνεται για την προκοπή του σπιτιού. Στη συνέχεια όλη η παρέα τραγουδάει τα Κάλαντα, ενώ τα ματσούκια χτυπούν ρυθμικά το πάτωμα:

 

3.Καλημερά σας άρχοντες… αν είναι ορισμός σας

Χριστού τη Θεία Γέννηση να πω στ΄αρχοντικό σας.

Χριστός Γεννιέται σήμερα στη Βηθλεέμ την πόλη

Οι ουρανοί αγάλλονται, χαίρει η κτήσις όλη

Εκ της Περσίας έρχονται τρεις μάγοι με τα δώρα

Άστρο λαμπρό τους οδηγεί, χωρίς να λείψουν ώρα.

Εφτασαν στην Ιερουσαλήμ, με πόθο ερωτούσαν

Που εγεννήθη ο Χριστός, να παν να προσκυνήσουν…

Και τ’ χρον…και τ’ χρον… και τ΄χρον…

 

Χτυπώντας με τα ματσούκια, την πόρτα και το πάτωμα οι νοικοκυραίοι προσφέρουν στα παιδιά κουλούρια, κάστανα, καρύδια, αμύγδαλα, ρεβίθια ή χρήματα. Αν κάποια νοικοκυρά για οποιονδήποτε λόγο αργήσει να προσφέρει το φιλοδώρημα στα παιδιά, εκείνα τραγουδούν:

 

.

4. Κόλιαντα μπάμπου μ’ κόλιαντα και μένα κολιαντρίνια

Κι αν δε μουδώσεις κόλιαντα, δώς μου ένα σετζούκι

Να΄ναι τρανό, να’ ναι χοντρό… να’ ναι ζαχαρωμένο.

Κι αν δε μου δώσεις και σετζούκι, δως μου τη θυγατέρα σ’

Και τι τη θέλεις γάιδαρε τη θκιαμ΄τη θυγατέρα

Να την τσιμπώ, να τη φιλώ, να με ζεσταίν’ το βράδυ.

 

Αφού πάρουν το φιλοδώρημα, φεύγουν τα παιδιά τραγουδώντας:

 

Σ’ αυτό το σπίτι τ΄αψηλό, πέτρα  να μη ραγίσει

Κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χίλια χρονώ να ζήσει…

 

Με την ίδια διαδικασία και τα ίδια τραγούδια συνεχίζουν μέχρι να τελειώσουν όλα τα σπίτια. Μου είπαν ότι στα παλαιότερα χρόνια, αν τύχαινε σε κάποιο σπίτι να μην ανοίξουν την πόρτα για κάποιο λόγο, τ’ αγόρια τραγουδούσαν κοροϊδευτικά:

Σ΄αυτό το σπίτι τα’ αψηλό…η πέτρα να ραγίσει

Φούρνος να μη καπνίσ’… η χουχουβάγια να λαλήσ΄…

 

ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑΤΙΚΑ

 

Και στη γιορτή αυτή τ΄ αγόρια επισκέπτονται κατά ομάδες τα σπίτια του χωριού και τραγουδούν τα πρωτοχρονιάτικα κάλαντα. Η διαδικασία είναι η ίδια. Μαζεύονται στο προαύλιο της εκκλησίας, χτυπούν την καμπάνα, χωρίζονται σε ομάδες και ξεκινούν. Αυτό γίνεται τα μεσάνυχτα της 30ης προς την 31η Δεκεμβρίου.

            Τα πρωτοχρονιάτικα Κάλαντα στην περιοχή ονομάζονται «Σούρβα». Η αρχή γίνεται πάλι από το σπίτι του παπά. Χτυπούν τις πόρτες των σπιτιών, τραγουδώντας όπως και στα Χριστουγεννιάτικα κάλαντα:

Ανοίξτε τα κονάκια σας τα κατακλειδωμένα

Να πάρουμε τον κόπο μας, γιατί Χρονιά γεννιέται…

Όταν μπουν στο δωμάτιο, που η οικογένεια περιμένει κοντά στο τζάκι, τραγουδούν:

…Το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί μιλούσε:

-Βασίλη μ’ πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις.

-Από τα ξένα έρχομαι και στα δικά μου πάνω.

-Σαν έρχεσ’ απ’ την ξενιτειά, πες μας ένα τραγούδι.

-Εγώ τραγούδια μάθαινα, τραγούδια θα σας λέω.

-Στην πατερίτσ’ ακούμπησε, να πει ένα τραγούδι.

 Κι η πατερίτσα ΄ταν χλωρή κι απόληκε κλωνάρια

 κλωνάρια, χρυσοκλώναρα κι αργυρομεταξένια…

Οι νοικοκυρές, για το καλό του χρόνου, προσφέρουν στα παιδιά αλεύρι, κρέας χοιρινό, κρεμμύδια, ξηρούς καρπούς και χρήματα.

            Αφού τελειώσουν τα «Σούρβα» όλα τα παιδιά μαζεύονται σ’ ένα σπίτι και κάνουν «κονάκι», όπως το λένε. Ψήνουν δηλ. το κρέας στα κάρβουνα, άλλο το μαγειρεύουν, φτιάχνουν με το αλεύρι τηγανίτες και διασκεδάζουν. Καλούν καμιά φορά και τα όργανα -τα βιολιά- μαζεύονται και οι μεγαλύτεροι και όλοι μαζί γλεντούν μέχρι τα ξημερώματα, καμιά φορά και μέχρι το μεσημέρι.

Την ημέρα της Πρωτοχρονιάς και μετά τη λειτουργία, οι μεγάλοι ντύνονται καρναβάλια (μασκαράδες). Οι μασκαράδες είναι διάφοροι τύποι, κυριαρχούν όμως η Μπούλα και ο Ρογκατσιάρ΄ς δηλαδή ο γαμπρός και η νύφη, ντυμένοι ανάλογα.

            Η Μπούλα κρατάει, κρεμασμένο από σκοινί, ένα μεγάλο κρεμμύδι τρύπιο, γεμάτο πιπέρι και ο Ρογκατσιάρης μια πάνινη σακούλα γεμάτη στάχτη, καθώς και μια ματσούκα.

            Ο κόσμος περιτριγυρίζει το ζευγάρι, τους πειράζει, τους ειρωνεύεται και ενοχλεί την Μπούλα. Εκείνη τους κυνηγάει, τους πιπερώνει στο πρόσωπο, ενώ ο Ρογκατσιάρης τους σταχτώνει στα ρούχα, στα μαλλιά και στο πρόσωπο. Επικρατεί χαρούμενη ατμόσφαιρα, ζωηρό κέφι, γέλια και όλοι διασκεδάζουν με τα κωμικά φερσίματα του ζευγαριού.

            Ύστερα απ’ αυτό τα καρναβάλια μαζεύονται στο χοροστάσι και αρχίζουν το χορό. Τραγουδούν όλοι μαζί:

Στης Πάτρας τον ανήφορο φυτρών΄ ένα λουλούδι

κι όποιος το κόβει κόβεται κι όποιος το φάει πεθαίνει

κι όποιος το παρ΄στο σπίτι του, παιδιά ποτέ δεν κάνει.

Εγώ το κόβω κι ας κοπώ, το τρώγω κι ας πεθάνω,

το παίρνω και στο σπίτι μου, παιδιά ποτές μην κάνω.

 

Στη συνέχεια οι μασκαράδες επισκέπτονται όλα τα σπίτια, τραγουδώντας το παρακάτω τραγούδι:

Σε τούτ΄ τα σπίτια τα ψηλά τ΄ ανώγεια τα μεγάλα

εδώ ΄χουν χίλια πρόβατα και πεντακόσια γίδια.

εννιά νομάτοι τα βοσκάν κι εννιά τσοπαναραίοι

κι αφήν΄το Γιάννη μοναχό στη μέσ΄απ’ το κοπάδι.

Καλά είν΄΄Γιάννη μ΄ τα πρόβατα, καλά Γιάννη μ’ τα γίδια

κατά το γιαλό να μην τα πας, νερό μην τα ποτίσεις,

γιατί είν΄ αλησμοβότανο κι αλησμονούν τ΄αρνίτσια

Αρνίτσια αρνίτσια γίνονται, τις μάνες δε γνωρίζουν.

Αν στο σπίτι, που  επισκέπτονται τα καρναβάλια, υπάρχει κορίτσι  της παντρειάς, λένε το παρακάτω τραγούδι:

Σε τουτ΄ τα σπίτια τα ψηλά τ΄ ανώγεια τα μεγάλα

εδώ ΄ χουν κόρ΄ ανύπαντρη, κόρ΄ αρραβωνιασμένη

την τάζουν γιό του βασιλιά, την τάζουν γιο του Ρήγα.

Δε θέλω γιο του βασιλιά, δε θέλω γιο του Ρήγα

μον θέλω τσοπανόπουλο, να παίζει τη φλογέρα.

 

Καθώς η παρέα φεύγει από κάθε σπίτι κι όσο να πάει στο άλλο, λένε:

Απ΄ τσ΄ αφεντάδες βγαίνουμε, στους αρχοντάδες πάμε…

Τα φιλοδωρήματα των νοικοκυράδων (κρέας, αλεύρι, ξηρούς καρπούς κλπ.) τα μαζεύει η Μπούλα. Όταν βραδιάσει με  χαρές και ξεφαντώματα κάνουν και οι μασκαράδες «Κονάκι», όπου διασκεδάζουν μέχρι την άλλη μέρα.

 

ΑΔΕΙΑΣΑΝ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ- ΑΛΛΑΞΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

 

35. ΑΔΕΙΑΣΑΝ ΤΑ ΧΩΡΙΑ ΜΑΣ- ΑΛΛΑΞΑΝ ΟΙ ΑΝΘΡΩΠΟΙ

 


Γράφει ο δάσκαλος Ευθύμιος Σκρέκας

Αφορμή για να γράψω τις παρακάτω σκέψεις μου ήταν ένας έντονος διάλογος σε μια ομήγυρη φίλων εκπαιδευτικών, που ο καθένας διαφωνούσε κι απέρριπτε, με ευκολία, τα επιχειρήματα του άλλου, σχετικά με την αύξηση του πληθυσμού των πόλεων και την εγκατάστασή του στα αστικά, πλησιέστερα κέντρα.

            Η φυγή μας από τις πατρογονικές εστίες και η διαμονή μας στις πλησιέστερες πόλεις, άλλαξε και διαφοροποίησε την ομαλή κι ευλογημένη χωροταξική κατανομή των συνανθρώπων μας, με αποτέλεσμα να αδειάσουν και να ερημώσουν τα νοσταλγικά χωριά της περιοχής μας και όχι μόνο.

            Εγκαταλείψαμε το καθαρό και υγιεινό περιβάλλον, την απλή φύση, τα δασωμένα βουνά των χωριών μας και συνωστιζόμενοι στο υποβαθμισμένο στενόχωρο διαμερισματάκι λησμονήσαμε την απλότητα του βίου μας.

            Κοινό και λίαν ανησυχητικό το φαινόμενο ν’ ανταμώνουμε στο ασανσέρ «με το διπλανό μας» και να μη μιλιόμαστε…! Να περιμένουμε πότε θα κάνει τον παραμικρό θόρυβο, στην ώρα της κοινής ησυχίας «για να τον παρατηρήσουνε…». Ζούμε έντονα και αμφισβητούμε τις διαχρονικές αξίες της αγάπης και συνεργασίας που μας κληροδότησαν  οι αγράμματοι και απλοί πρόγονοί μας. Ο εγωισμός και η υπερηφάνεια μας κατέστησε υποστηρικτές και γνώστες επί παντός επιστητού.

            Συνηθίσαμε να μην ακούμε τους άλλος…! Συζητούμε, αλλά συνήθως δεν καταλαβαινόμαστε. Γίναμε νευρικοί. Δεν παραδεχόμαστε καμιά άλλη γνώμη κι άποψη, εκτός από τη δική μας.

            Συζητούμε στα καφενεία και σ’ άλλους κλειστούς χώρους, έντονα, ενίοτε δε και πεισματικά και προσπαθούμε να πείσουμε την ομήγυρη ότι η δική μας άποψη είναι η καλύτερη, η σωστότερη. Η σιωπή και η ολιγολογία ξεχάστηκε. Βιώνουμε την καθημερινότητα με ένταση. Τρέχουμε, αντί να βαδίζουμε. Ομιλούμε και κουβεντιάζουμε πολύ. Συνήθως, απορρίπτουμε την άλλη άποψη. Νομίζουμε ότι για όλα έχουμε το αλάθητο!

Έτσι κληρονομούμε και στη νέα γενιά, στα παιδιά μας ένα νέο τύπο Έλληνα, που τα θέλει όλα δικά του. Να μην κοπιάζει και ν’ απολαμβάνει τα καλύτερα και τα ακριβότερα υλικά αγαθά. Να αλληθωρίζουμε όλοι μας στο ακριβότερο αυτοκίνητο, στο μεγαλύτερο και κεντρικότερο διαμέρισμα-κατάστημα. Στην αγορά πολλών και εκλεκτών διατροφημάτων. Χαλάσαμε την οικογενειακή κι ατομική υγεία με την πολυφαγία μας!

            Αμφισβητούμε και αγνοούμε την ευλογημένη και υγιεινή αυτάρκεια και ολιγάρκεια.

            Η οικονομική κρίση στην Πατρίδα μας και σ’ όλο τον κόσμο οφείλεται και στον αλόγιστο ευδαιμονικό καταναλωτισμό μας. Παράγουμε 5 και τρώμε για 8. Ποιος θα αναπληρώσει τη διαφορά;

Καλή είναι η πρόοδος και η τεχνολογία! Καλύτερη όμως πρέπει να είναι η απλότητα του βίου μας.